Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Πωλ Ελυάρ, [Ta chevelure d'oranges dans le vide du monde]



Τα πορτοκαλένια σου μαλλιά μες το κενό του κόσμου
Μες το κενό από γυαλί, που ναι βαρύ, από σκιά και σιωπή
Κι οπου τα χέρια μου γυμνά γυρεύουν το είδωλό σου.

Της καρδιάς σου η μορφή χιμαιρική·
Μοιάζει η αγάπη σου με πόθο μου χαμένο.
Κεχριμπαρένιοι στεναγμοί! απ' όνειρο και βλέμμα.

Αλλά δεν ήσουν πάντοτε μαζί μου. 
Η μνήμη μου ακόμα σκοτεινιάζει, που σ' έχω δει να έρχεσαι.
Που σ' έχω δει να φεύγεις. Ο χρόνος βολεύεται με λέξεις, όπως ο έρωτας.



***

Ta chevelure d'oranges dans le vide du monde
Dans le vide des vitres lourdes de silence
Et d'ombre où mes mains nues cherchent tous tes reflets.

La forme de ton cœur est chimérique
Et ton amour ressemble à mon désir perdu.
O soupirs d'ambre, rêves, regards.

Mais tu n'as pas toujours été avec moi. Ma mémoire
Est encore obscurcie de t'avoir vu venir.
Et partir. Le temps se sert de mots comme l'amour.

--------------------------------------------------------------
Paul Eluard, Capitale de la douleur (1926)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Ντύλαν Τόμας, And death shall have no dominion



Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.
Οι νεκροί, γυμνοί, θα είναι ένα,
Με τον άνθρωπο στον άνεμο· στο δυτικό φεγγάρι·
Όταν τα οστά τους θα ασπρίσουν και θα σβήσουν,
Θα χουν αστέρια στους αγκώνες και τα πόδια·
Κι αν τώρα τρελαίνονται, θα χουν τα λογικά τους,
Κι αν βυθίζονται στη θάλασσα, θ' αναδυθούν ξανά·
Κι αν χάνονται οι εραστές, ο έρωτας θα μείνει·
Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.

Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.
Κάτω απ'της θάλασσας τις δίνες
Αυτοί που κείτονται δε θα πεθάνουν μάταια·
Κι αν το κορμί σφαδάζει στα σχοινιά,
Δεμένοι στου βασάνου τον τροχό, κείνοι θ' αντέχουν·
Η πίστη θα ραγίσει μες τα χέρια τους,
Και το μονόκερο κακό θα τους τρυπά·
Τα μέλη τους σχισμένα, δε θα σπάσουν·
Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.

Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.
Ας μην ξανακουστούν στ' αυτιά τους γλάροι,
Ας μη σκάσει ξανά το κύμα στην ακτή·
Κι όπου ήταν το λουλούδι,
Λουλούδι να μη βγει, για να κοιτάξει τη βροχή·
Τρελοί κι αν ειν' - νεκροί σαν τα καρφιά,
Σφυροκοπούν τις μαργαρίτες από κάτω,
Για μια θέση στον ήλιο, ώσπου ήλιος δε θα υπάρχει πια
Και ο θάνατος δε θα μας κρατά. 


***

And death shall have no dominion.
Dead men naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily·
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan't crack;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift it's head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.

-------------------------------------------
Dylan Thomas, Selected Poems
Μετάφραση, Γιώργος Κυρπιγιάν

Ο Κήπος, του Έζρα Πάουντ

Ezra Pound (1885-1972)

Ο Κήπος

En robe de parade.
--SEMAIN

Σαν κουβάρι μεταξένιο, που ξήλωσε ο άνεμος και σέρνει σ'έναν τοίχο
Στους Κήπους του Κένσινγκτον βαδίζει, πλάι στα κάγκελα, σ'ένα μονοπάτι,
Και πεθαίνει, κομμάτι το κομμάτι,
                   από κάποιου είδους αναιμία συναισθηματική.

Και γύρω της οχλαλοή,
Από τα βρώμικα, σκληρά κι απέθαντα παιδάκια των φτωχών.
Ἁυτά κληρονομήσουσι τη γη.

Μέσα της τελειώνει κάθε ανατροφή.
Η πλήξη της εξαίσια, και υπερβολική.
Θα ήθελε να της μιλούσε κάποιος,
Και σχεδόν φοβάται οτι αυτήν την αδιακρισία
                  θα τη διαπράξω εγώ. 

***

The Garden

En robe de parade.
--SEMAIN

Like a skein of loose silk blown against a wall
She walks by the railing of a path in Kensington Gardens,
And she is dying piece-meal
                  of a sort of emotional anaemia.

And round about there is a rabble
Of the filthy, sturdy, unkillable infants of the very poor.
They shall inherit the earth.

In her is the end of breeding.
Her boredom is exquisite and excessive.
She would like someone to speak to her,
And is almost afraid that I
                 will commit that indiscretion. 

----------------------------------------------------
Ezra Pound, The new poetry: an anthology (ed. Harriet Monroe), 1917
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Το Θαλασσινό Κοιμητήρι, του Πωλ Βαλερύ (β' μέρος)





Κρυμμένοι οι νεκροί, είναι καλά μέσα στη γη
Που τους κρατά ζεστούς και τα μυστήρια στεγνώνει.
Ψηλά το Μεσημέρι, στάσιμο Μεσημέρι
Μόνο του συλλογίζεται και μόνο του συμφωνεί...
Ένα κεφάλι άψογο, με τέλειο στεφάνι--
Εγώ βρίσκομαι μέσα σου, η μυστική αλλαγή.

Δεν έχεις άλλον για τους φόβους σου, παρα μονάχα εμένα!
Για όσα μετάνοιωσα, κι αμφέβαλα, για όσα με κρατάνε
Το λάθος βρίσκεται εδώ, στο μέγα σου διαμάντι...
Μα μέσα στη βαρειά, μαρμάρινή τους νύχτα,
Ιδού λαός, άδειος λαός, μες τα ριζά των δέντρων
Ήδη αργά στο πλάι σου έχει παραταχθεί. 

Έχουν όλοι τους χυθεί σε μια πηχτή απουσία,
Ο κόκκινος ο άργιλος ήπιε το άσπρο γένος,
Μες τα λουλούδια πέρασε το δώρο της ζωής!
Πού είναι τώρα των νεκρών οι γνώριμές τους φράσεις,
Η τέχνη η προσωπική, η ανεπανάληπτη ψυχή;
Εκεί που έρρεαν δάκρυα, τώρα η νύμφη υφαίνει.

Γέλια κοριτσίστικα και τσιριχτά,
Μάτια, δόντια, μουσκεμένα βλέφαρα,
Στήθη φλογερά που γοητεύουν,
Αίμα σε χείλη που γυρεύουν,
Το τελευταίο δώρο, τα δάχτυλα που το κρατούν:
Όλα πηγαίνουνε στη γη·
Όλα γυρίζουν πάλι στο κουτί.

Κι εσύ, ψυχή, σε τι ελπίζεις;
Σ'όνειρο τάχα που δεν έχει πια
του ψέμματος το χρώμα,
Που ναι φτιαγμένο από κύμα και χρυσό -- εδώ, 
Για μάτια από σάρκα;
Θα τραγουδάς ακόμα, άραγε, σαν είσαι πια καπνός;
Εμπρός! Τα πάντα ρει!
Η άγια ανυπομονησία πέθανε κι αυτή,
Κι η παρουσία μου ξεφτίζει.

Αθανασία πενιχρή,  μαυρίλα γανωμένη,
Παρηγορήτρα μου φριχτή,
και παινεμένη,
Που από θάνατο μας φτιάχνεις στήθος μητρικό--
Ψέμμα γλυκό--
κι ευλάβεια πανούργα,
Ούτε το ξέρεις ούτε τ'αρνείσαι,
Τ' άδειο κρανίο που γελά
Στο διάβα των αιώνων!

Πατέρες στα βαθιά, κεφάλια ακατοίκητα,
Που είστε ένα με τη γη, κάτω από τόσα φτυάρια,
Κι ούτε που ξεχωρίζετε τα βήματά μας πια, 
Το σκουληκάκι τ'αδιάψευστο, το μόνο τρωκτικό,
Δεν αφορά εσάς στις τάβλες σας τον ύπνο από κάτω:
Εκείνο ζει από ζωή, και δε μ΄εγκαταλείπει!

Έρωτας, ίσως, ή του εαυτού μου μίσος;
Τόσο κοντά μου βρίσκεται το μυστικό του δόντι,
Που όλα τα ονόματα του είναι ταιριαστά!
Δεν έχει σημασία! Βλέπει και θέλει· νοιώθει κι αγγίζει!
Ορέγεται τη σάρκα μου κι ακόμα και στο στρώμμα,
Σ' εκείνο ζώντας τη ζωή, οδεύω να μετάσχω!

Ζήνωνα! Σκληρέ Ζήνωνα! Ζήνωνα Ελεάτη!
Το βέλος σου το φτερωτό μ' έχει διαπεράσει:
Πάλλει, δονείται κι ίπταται, και πάλι δεν πετά!
Ο ήχος με γεννά, το βέλος με σκοτώνει!
Α!... Για την ψυχή σκιά χελώνας είν' ο ήλιος,
Αχιλλέα μου ακίνητε σε δρασκελιές μεγάλες!

Όχι, Όχι!... Όρθιοι! Στων εποχών τη διαδοχή!
Σπάσε σώμα μου τη σκεπτική μορφή!
Στέρνο μου πιες από τη γέννηση του ανέμου!
Μια δροσερή της θάλασσας πνοή,
Μου αποδίδει την ψυχή... Δύναμη αλμυρή!
Ας βουτήξουμε στα κύματα να βγούμε στη ζωή!

Ναι! Θάλασσα απέραντη, γεμάτη πυρετό,
Δέρμα από πάνθηρα και ρούχο τρυπημένο,
Απ'τα μυριάδες είδωλα του ήλιου στο νερό,
Κήτος απόλυτο κι αρχέγονο,
Απ'το γαλάζιο του κορμιού σου μεθυσμένο, 
Που κυνηγάς παντοτινά τη διάπυρη ουρά σου
Στη φοβερή την ταραχή, που μοιάζει με σιωπή,

Δυναμώνει ο αέρας!... πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε!
Το βιβλίο μου φυλλομετρά ο άνεμος ο μέγας,
Το κύμα σκάει κι εκρήγνυται με τόλμη μες τα βράχια!
Σελίδες μου ηλιοφώτιστες, πετάξτε μακριά!
Χτυπάτε κύματα! Χτυπάτε χαρούμενα νερά
Αυτή τη σκέπη της σιωπής που ράμφιζαν κατάρτια! 


***


Les morts cachés sont bien dans cette terre
Qui les réchauffe et sèche leur mystère. 
Midi là-haut, midi sans mouvement
En soi se pense et convient à soi-même...
Tête complète et parfait diadème,
Je suis en toi le secret changement.

Tu n'as que moi pour contenir tes craintes!
Mes repentirs, mes doutes, mes contraintes
Sont le défaut de ton grand diamant...
Mais dans leur nuit toute lourde de marbres,
Un peuple vague aux racines des arbres
A pris déjà ton parti lentement.

Ils ont fondu dans une absence épaisse,
L'argile rouge a bu la blanche espèce,
Le don de vivre a passé dans les fleurs!
Où sont des morts les phrases familières,
L'art personnel, les âmes singulières?
La larve file où se formaient des pleurs.

Les cris aigus des filles chatouillées,
Les yeux, les dents, les paupières mouillées,
Le sein charmant qui joue avec le feu,
Le sang qui brille aux lèvres qui se rendent,
Les derniers dons, les doights qui les défendent,
Tout va sous terre et rentre dans le jeu!

Et vous, grande âme, espérez-vous un songe
Qui n' aura plus ces couleurs de mensonge
Qu' aux yeux de chair l'onde et l'or font ici?
Chanterez-vous quand serez vaporeuse?
Allez! Tout fuit! Ma présence est poreuse,
La saint impatience meurt aussi!

Maigre immortalité noire et dorée,
Consolatrice affreusement laurée,
Qui de la mort fais un sein maternel,
Le beau mensonge et la pieuse ruse!
Qui ne connaît, et qui ne le refuse,
Le crâne vide et ce rire éternel!

Pères profonds, têtes inhabitées,
Qui sous le poids de tant de pelletées,
Etes la terre et confondez nos pas,
Le vrai rongeur, le ver irréfutable
N'est point pour vous qui dormez sous la table,
Il vit de vie, il ne me quitte pas!

Amour, peut-être, ou de moi-même haine?
La dent secrète est de moi si prochaine
Que tous les noms lui peuvent convenir!
Qu' importe! Il voit, il veut, il sent,il touche!
Ma chair lui plaît et jusques sur ma couche,
A ce vivant je vis d' appartenir!

Zénon! Cruel Zénon! Zénon d' Elee!
M'as-tu percé de cette flèche ailée
Qui vibre, vole, et qui ne vole pas!
Le son m'enfante et la flèche me tue!
Ah! le soleil... Quelle ombre de tortue
Pour l'âme, Achille immobile à grands pas!

Non, Non!... Debout! Dans l'ère successive!
Brisez, mon corps, cette forme pensive!
Buvez, mon sein, la naissance du vent!
Une fraîcheur, de la mer exhalée,
Me rend mon âme... O puissance salée!
Courons à l'onde en rejaillir vivant!

Oui! Grande mer de délires douée,
Peau de panthère et chlamyde trouée
De mille et mille idoles du soleil,
Hydre absolue, ivre de ta chair bleue,
Qui te remords l'étincelante queue
Dans un tumulte au silence pareil,

Le vent se lève!... Il faut tenter de vivre!
L' air immense ouvre et referme mon livre,
La vague en poudre ose jaillir des rocs!
Envolez-vous, pages tout éblouies!
Rompez, vagues! Rompez d'eaux réjouies
Ce toit tranquille οù picoraient des focs! 

-------------------------------------------------
Paul Valery, Charmes (1922)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν