Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Πωλ Ελυάρ, [Ta chevelure d'oranges dans le vide du monde]



Τα πορτοκαλένια σου μαλλιά μες το κενό του κόσμου
Μες το κενό από γυαλί, που ναι βαρύ, από σκιά και σιωπή
Κι οπου τα χέρια μου γυμνά γυρεύουν το είδωλό σου.

Της καρδιάς σου η μορφή χιμαιρική·
Μοιάζει η αγάπη σου με πόθο μου χαμένο.
Κεχριμπαρένιοι στεναγμοί! απ' όνειρο και βλέμμα.

Αλλά δεν ήσουν πάντοτε μαζί μου. 
Η μνήμη μου ακόμα σκοτεινιάζει, που σ' έχω δει να έρχεσαι.
Που σ' έχω δει να φεύγεις. Ο χρόνος βολεύεται με λέξεις, όπως ο έρωτας.



***

Ta chevelure d'oranges dans le vide du monde
Dans le vide des vitres lourdes de silence
Et d'ombre où mes mains nues cherchent tous tes reflets.

La forme de ton cœur est chimérique
Et ton amour ressemble à mon désir perdu.
O soupirs d'ambre, rêves, regards.

Mais tu n'as pas toujours été avec moi. Ma mémoire
Est encore obscurcie de t'avoir vu venir.
Et partir. Le temps se sert de mots comme l'amour.

--------------------------------------------------------------
Paul Eluard, Capitale de la douleur (1926)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Ντύλαν Τόμας, And death shall have no dominion



Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.
Οι νεκροί, γυμνοί, θα είναι ένα,
Με τον άνθρωπο στον άνεμο· στο δυτικό φεγγάρι·
Όταν τα οστά τους θα ασπρίσουν και θα σβήσουν,
Θα χουν αστέρια στους αγκώνες και τα πόδια·
Κι αν τώρα τρελαίνονται, θα χουν τα λογικά τους,
Κι αν βυθίζονται στη θάλασσα, θ' αναδυθούν ξανά·
Κι αν χάνονται οι εραστές, ο έρωτας θα μείνει·
Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.

Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.
Κάτω απ'της θάλασσας τις δίνες
Αυτοί που κείτονται δε θα πεθάνουν μάταια·
Κι αν το κορμί σφαδάζει στα σχοινιά,
Δεμένοι στου βασάνου τον τροχό, κείνοι θ' αντέχουν·
Η πίστη θα ραγίσει μες τα χέρια τους,
Και το μονόκερο κακό θα τους τρυπά·
Τα μέλη τους σχισμένα, δε θα σπάσουν·
Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.

Και ο θάνατος δε θα μας κρατά.
Ας μην ξανακουστούν στ' αυτιά τους γλάροι,
Ας μη σκάσει ξανά το κύμα στην ακτή·
Κι όπου ήταν το λουλούδι,
Λουλούδι να μη βγει, για να κοιτάξει τη βροχή·
Τρελοί κι αν ειν' - νεκροί σαν τα καρφιά,
Σφυροκοπούν τις μαργαρίτες από κάτω,
Για μια θέση στον ήλιο, ώσπου ήλιος δε θα υπάρχει πια
Και ο θάνατος δε θα μας κρατά. 


***

And death shall have no dominion.
Dead men naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily·
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan't crack;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift it's head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.

-------------------------------------------
Dylan Thomas, Selected Poems
Μετάφραση, Γιώργος Κυρπιγιάν

Ο Κήπος, του Έζρα Πάουντ

Ezra Pound (1885-1972)

Ο Κήπος

En robe de parade.
--SEMAIN

Σαν κουβάρι από μετάξι ξηλωμένο, που χει σηκώσει ο άνεμος και σέρνει σ'εναν τοίχο
Στους Κήπους του Κένσινγκτον βαδίζει, πλάι στα κάγκελα, σ'ένα μονοπάτι,
Και πεθαίνει, κομμάτι το κομμάτι,
                   από κάποιου είδους αναιμία συναισθηματική.

Και γύρω της οχλαλοή,
Από τα βρώμικα, σκληρά κι απέθαντα παιδάκια των φτωχών.
Οτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.

Μέσα της τελειώνει κάθε ανατροφή.
Η πλήξη της εξαίσια, και υπερβολική.
Θα ήθελε να της μιλούσε κάποιος,
Και σχεδόν φοβάται οτι αυτήν την αδιακρισία
                  θα τη διαπράξω εγώ. 

***

The Garden

En robe de parade.
--SEMAIN

Like a skein of loose silk blown against a wall
She walks by the railing of a path in Kensington Gardens,
And she is dying piece-meal
                  of a sort of emotional anaemia.

And round about there is a rabble
Of the filthy, sturdy, unkillable infants of the very poor.
They shall inherit the earth.

In her is the end of breeding.
Her boredom is exquisite and excessive.
She would like someone to speak to her,
And is almost afraid that I
                 will commit that indiscretion. 

----------------------------------------------------
Ezra Pound, The new poetry: an anthology (ed. Harriet Monroe), 1917
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Το Θαλασσινό Κοιμητήρι, του Πωλ Βαλερύ (β' μέρος)





Κρυμμένοι οι νεκροί, είναι καλά μέσα στη γη
Που τους κρατά ζεστούς και τα μυστήρια στεγνώνει.
Ψηλά το Μεσημέρι, στάσιμο Μεσημέρι
Μόνο του συλλογίζεται και μόνο του συμφωνεί...
Ένα κεφάλι άψογο, με τέλειο στεφάνι--
Εγώ βρίσκομαι μέσα σου, η μυστική αλλαγή.

Δεν έχεις άλλον για τους φόβους σου, παρα μονάχα εμένα!
Για όσα μετάνοιωσα, κι αμφέβαλα, για όσα με κρατάνε
Το λάθος βρίσκεται εδώ, στο μέγα σου διαμάντι...
Μα μέσα στη βαρειά, μαρμάρινή τους νύχτα,
Ιδού λαός, άδειος λαός, μες τα ριζά των δέντρων
Ήδη αργά στο πλάι σου έχει παραταχθεί. 

Έχουν όλοι τους χυθεί σε μια πηχτή απουσία,
Ο κόκκινος ο άργιλος ήπιε το άσπρο γένος,
Μες τα λουλούδια πέρασε το δώρο της ζωής!
Πού είναι τώρα των νεκρών οι γνώριμές τους φράσεις,
Η τέχνη η προσωπική, η ανεπανάληπτη ψυχή;
Εκεί που έρρεαν δάκρυα, τώρα η νύμφη υφαίνει.

Γέλια κοριτσίστικα και τσιριχτά,
Μάτια, δόντια, μουσκεμένα βλέφαρα,
Στήθη φλογερά που γοητεύουν,
Αίμα σε χείλη που γυρεύουν,
Το τελευταίο δώρο, τα δάχτυλα που το κρατούν:
Όλα πηγαίνουνε στη γη·
Όλα γυρίζουν πάλι στο κουτί.

Κι εσύ, ψυχή, σε τι ελπίζεις;
Σ'όνειρο τάχα που δεν έχει πια
του ψέμματος το χρώμα,
Που ναι φτιαγμένο από κύμα και χρυσό -- εδώ, 
Για μάτια από σάρκα;
Θα τραγουδάς ακόμα, άραγε, σαν είσαι πια καπνός;
Εμπρός! Τα πάντα ρει!
Η άγια ανυπομονησία πέθανε κι αυτή,
Κι η παρουσία μου ξεφτίζει.

Αθανασία πενιχρή,  μαυρίλα γανωμένη,
Παρηγορήτρα μου φριχτή,
και παινεμένη,
Που από θάνατο μας φτιάχνεις στήθος μητρικό--
Ψέμμα γλυκό--
κι ευλάβεια πανούργα,
Ούτε το ξέρεις ούτε τ'αρνείσαι,
Τ' άδειο κρανίο που γελά
Στο διάβα των αιώνων!

Πατέρες στα βαθιά, κεφάλια ακατοίκητα,
Που είστε ένα με τη γη, κάτω από τόσα φτυάρια,
Κι ούτε που ξεχωρίζετε τα βήματά μας πια, 
Το σκουληκάκι τ'αδιάψευστο, το μόνο τρωκτικό,
Δεν αφορά εσάς στις τάβλες σας τον ύπνο από κάτω:
Εκείνο ζει από ζωή, και δε μ΄εγκαταλείπει!

Έρωτας, ίσως, ή του εαυτού μου μίσος;
Τόσο κοντά μου βρίσκεται το μυστικό του δόντι,
Που όλα τα ονόματα του είναι ταιριαστά!
Δεν έχει σημασία! Βλέπει και θέλει· νοιώθει κι αγγίζει!
Ορέγεται τη σάρκα μου κι ακόμα και στο στρώμμα,
Σ' εκείνο ζώντας τη ζωή, οδεύω να μετάσχω!

Ζήνωνα! Σκληρέ Ζήνωνα! Ζήνωνα Ελεάτη!
Το βέλος σου το φτερωτό μ' έχει διαπεράσει:
Πάλλει, δονείται κι ίπταται, και πάλι δεν πετά!
Ο ήχος με γεννά, το βέλος με σκοτώνει!
Α!... Για την ψυχή σκιά χελώνας είν' ο ήλιος,
Αχιλλέα μου ακίνητε σε δρασκελιές μεγάλες!

Όχι, Όχι!... Όρθιοι! Στων εποχών τη διαδοχή!
Σπάσε σώμα μου τη σκεπτική μορφή!
Στέρνο μου πιες από τη γέννηση του ανέμου!
Μια δροσερή της θάλασσας πνοή,
Μου αποδίδει την ψυχή... Δύναμη αλμυρή!
Ας βουτήξουμε στα κύματα να βγούμε στη ζωή!

Ναι! Θάλασσα απέραντη, γεμάτη πυρετό,
Δέρμα από πάνθηρα και ρούχο τρυπημένο,
Απ'τα μυριάδες είδωλα του ήλιου στο νερό,
Κήτος απόλυτο κι αρχέγονο,
Απ'το γαλάζιο του κορμιού σου μεθυσμένο, 
Που κυνηγάς παντοτινά τη διάπυρη ουρά σου
Στη φοβερή την ταραχή, που μοιάζει με σιωπή,

Δυναμώνει ο αέρας!... πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε!
Το βιβλίο μου φυλλομετρά ο άνεμος ο μέγας,
Το κύμα σκάει κι εκρήγνυται με τόλμη μες τα βράχια!
Σελίδες μου ηλιοφώτιστες, πετάξτε μακριά!
Χτυπάτε κύματα! Χτυπάτε χαρούμενα νερά
Αυτή τη σκέπη της σιωπής που ράμφιζαν κατάρτια! 


***


Les morts cachés sont bien dans cette terre
Qui les réchauffe et sèche leur mystère. 
Midi là-haut, midi sans mouvement
En soi se pense et convient à soi-même...
Tête complète et parfait diadème,
Je suis en toi le secret changement.

Tu n'as que moi pour contenir tes craintes!
Mes repentirs, mes doutes, mes contraintes
Sont le défaut de ton grand diamant...
Mais dans leur nuit toute lourde de marbres,
Un peuple vague aux racines des arbres
A pris déjà ton parti lentement.

Ils ont fondu dans une absence épaisse,
L'argile rouge a bu la blanche espèce,
Le don de vivre a passé dans les fleurs!
Où sont des morts les phrases familières,
L'art personnel, les âmes singulières?
La larve file où se formaient des pleurs.

Les cris aigus des filles chatouillées,
Les yeux, les dents, les paupières mouillées,
Le sein charmant qui joue avec le feu,
Le sang qui brille aux lèvres qui se rendent,
Les derniers dons, les doights qui les défendent,
Tout va sous terre et rentre dans le jeu!

Et vous, grande âme, espérez-vous un songe
Qui n' aura plus ces couleurs de mensonge
Qu' aux yeux de chair l'onde et l'or font ici?
Chanterez-vous quand serez vaporeuse?
Allez! Tout fuit! Ma présence est poreuse,
La saint impatience meurt aussi!

Maigre immortalité noire et dorée,
Consolatrice affreusement laurée,
Qui de la mort fais un sein maternel,
Le beau mensonge et la pieuse ruse!
Qui ne connaît, et qui ne le refuse,
Le crâne vide et ce rire éternel!

Pères profonds, têtes inhabitées,
Qui sous le poids de tant de pelletées,
Etes la terre et confondez nos pas,
Le vrai rongeur, le ver irréfutable
N'est point pour vous qui dormez sous la table,
Il vit de vie, il ne me quitte pas!

Amour, peut-être, ou de moi-même haine?
La dent secrète est de moi si prochaine
Que tous les noms lui peuvent convenir!
Qu' importe! Il voit, il veut, il sent,il touche!
Ma chair lui plaît et jusques sur ma couche,
A ce vivant je vis d' appartenir!

Zénon! Cruel Zénon! Zénon d' Elee!
M'as-tu percé de cette flèche ailée
Qui vibre, vole, et qui ne vole pas!
Le son m'enfante et la flèche me tue!
Ah! le soleil... Quelle ombre de tortue
Pour l'âme, Achille immobile à grands pas!

Non, Non!... Debout! Dans l'ère successive!
Brisez, mon corps, cette forme pensive!
Buvez, mon sein, la naissance du vent!
Une fraîcheur, de la mer exhalée,
Me rend mon âme... O puissance salée!
Courons à l'onde en rejaillir vivant!

Oui! Grande mer de délires douée,
Peau de panthère et chlamyde trouée
De mille et mille idoles du soleil,
Hydre absolue, ivre de ta chair bleue,
Qui te remords l'étincelante queue
Dans un tumulte au silence pareil,

Le vent se lève!... Il faut tenter de vivre!
L' air immense ouvre et referme mon livre,
La vague en poudre ose jaillir des rocs!
Envolez-vous, pages tout éblouies!
Rompez, vagues! Rompez d'eaux réjouies
Ce toit tranquille οù picoraient des focs! 

-------------------------------------------------
Paul Valery, Charmes (1922)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν


Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Το Θαλασσινό Κοιμητήρι, του Πωλ Βαλερύ (α' μέρος)

Paul Valery (1871-1945)

Το θαλασσινό κοιμητήρι

Μὴ, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον 
σπεῦδε, ταν δ'ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.
-- Πίνδαρος, Πυθιονίκαις (3.61-62)


Αυτή η σκέπη της σιωπής, που τα πουλιά βαδίζουν,
Πάλλει στα πεύκα ανάμεσα κι ανάμεσα στους τάφους·
Πλάθει εκεί από φωτιά, το δίκαιο μεσημέρι,
Τη θάλασσα, τη θάλασσα, που ξαναρχίζει πάντα!
Σκέψης αποζημίωση εσύ,
Βλέμμα μου χωρίς όριο στη θεϊκή ηρεμία! 

Τι μόχθος αναλώνεται από μυριάδες λάμψεις
Στων φευγαλέων των αφρών τα διαμαντένια πέπλα,
Και τι ειρήνης άπλωμα είναι αυτό που μοιάζει!
Σαν ένας ήλιος κρεμαστεί στης άβυσσου τα χείλη,
Σίγουρη γνώση τ' Όνειρο κι ο Χρόνος λαμπυρίζει,
Και είναι αυτά τα έργα αγνά, ενός σκοπού για πάντα. 

Θησαυρέ μου βέβαιε, ναέ απλέ της Αθηνάς,
Μάζα γαλήνης κι απόθεμα ορατό, νερό
διερευνητικό και μάτι,
που μέσα σου φυλάς ύπνο βαθύ
Κάτω από φλόγινο πανί,
Σιωπή μου! Οικοδόμημα μες την ψυχή,
Στέγη χρυσή,
Με χίλια κεραμίδια, Σκέπη!

Χρόνου Ναός· ένας μονάχα στεναγμός
τον συνοψίζει,
Σκαρφαλώνω εκεί και συνηθίζω
το βλέμμα μου στη θάλασσα τριγύρω·
Κι όπως οι προσφορές μου στους θεούς οι ακριβές,
Το ήπιο φεγγοβόλημα ενσπείρει
Μια ουράνια σιγή αδιαφορίας.

Όπως το φρούτο λιώνει σε ηδονή,
Και ανταλλάσσει την απουσία του με γεύση
Μέσα στο στόμα οπου πεθαίνει η μορφή,
Έτσι κι εγώ εισπνέω εδώ τη μέλλουσά μου στάχτη.
Και τραγουδά ο ουρανός στην ξοδεμένη μου ψυχή,
Οτι η όχθη η βουερή πάντα αλλάζει.

Όμορφε ουρανέ, αληθινέ ουρανέ, κοίτα με που αλλάζω!
Μετά από τόση έπαρση, νωθρότητα παράξενη,
Μα υπόσχεση γεμάτη,
Στο φωτεινό κενό μ' αφήνω τώρα.
Πάνω στα σπίτια των νεκρών γλυστράει η σκιά μου,
Κι εγώ εξοικειώνομαι στ' αβέβαιο βάδισμά της.

Με την ψυχή πάνω στου θέρους την πυρά, σε υπομένω,
Δικαιοσύνη λιοπερίχυτη,
Πάνοπλη -- χωρίς έλεος,
Τρομερή!
Σου δωσα πίσω ακέραιη την πρότερή σου θέση:
Δες!...
Μα όταν το φως στη μια πλευρά το αποδίδεις,
Θρηνείς μαζί και της σκιάς την άλλη όψη.

Για μένα· σε μένα· τον ίδιο και μόνο,
Πλησίον μιας καρδιάς, κει που το ποίημα μου πηγάζει,
Ανάμεσα στο καθαρό συμβάν και το κενό,
Εκεί προσμένω την ηχώ
Του μέσα μου θριάμβου,
Μια στέρνα κρύα, βαθιά και ηχηρή,
«Δεν έχει κοίλο ακόμη για να βγει»,
Μες την ψυχή μου πάντοτε βουίζει!

Συ όμως, που τάχα πιάστηκες στα φύλλα,
Κόλπε π' αυτά τ'αδύναμα δεσμά καταβροχθίζεις,
Μυστικά εκτυφλωτικά, στα μάτια μου τα σφαλιστά,
Γνωρίζεις άραγε,
Ποιό σώμα για το ράθυμό του τέλος μ' εκπαιδεύει
Και ποιό κεφάλι το τραβά στων σκελετών τη χώρα;
Τους εκλιπόντες μου εκεί, μια σπίθα συλλογιέται.

Κλειστό, σεπτό, φωτιά χωρίς υπόσταση γεμάτο,
Ένα κομμάτι γης που πρόσφεραν στο φως--
Μ'αρέσει αυτό το μέρος, όπου δεσπόζουν οι δαυλοί,
Κι έχει φτιαχτεί
Από πέτρα, χρυσό και δέντρο σκοτεινό·
Πάνω στους ίσκιους τους βαθείς, τα μάρμαρα χορεύουν,
Κι η θάλασσά μου η πιστή, κοιμάται απά στους τάφους!

Σκύλα μου εξαίσια, διώξ' τους ειδωλολάτρες!
Όταν μονάχος με χαμόγελο ποιμένα,
Ωρες πολλές βοσκώ αμνούς μυστηριώδεις,
Το ποίμνιο το λευκόμαλλο των ήσυχών μου τάφων,
Τις περιστέρες τις προσεκτικές, κράτα τες μακριά τους,
Μακριά τα μάταια όνειρα, τους ύποπτους αγγέλους!

Σαν έρθει εδώ το αύριο, δε θέλει πια να φύγει,
Ελεύθερο το έντομο, σκαλίζει ξηρασία·
Κάηκαν όλα, διαλύθηκαν, τα πήρε ο αέρας,
Σε ποιά δεν ξέρω γύρισαν πανάρχαιη ουσία...
Είν' η ζωή απέραντη, στης απουσίας τη μέθη,
Και κάθε πίκρα είναι γλυκειά, και καθαρό το πνεύμα.



***


Le cimetière marin

Μὴ, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον 
σπεῦδε, ταν δ'ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.
-- Pindare, Pythiques, III

Ce toit tranquille, où marchent des colombes,
Entre les pins palpite, entre les tombes;
Midi le juste y compose de feux
La mer, la mer, toujours recommencée!
O récompense après une pensée
Qu' un long regard sur le calme des dieux! 

Quel pur travail de fins éclairs consume
Maint d'imperceptible écume,
Et quelle paix semble se concevoir!
Quand sur l'abîme un soleil se repose,
Ouvrages purs d'une éternelle cause,
Le Temps scintille et le Songe est savoir.

Stable trésor, temple simple à Minerve,
Masse de calme, et visible réserve,
Eau sourcilleuse, Oeil qui gardes en toi
Tant de sommeil sous un voile de flamme,
O mon silence!... Edifice dans l'âme,
Mais comble d'or aux mille tuiles, Toit!

Temple du Temps, qu'un seul soupir résume,
A ce point pur je monte et m'accoutume,
Tout entouré de mon regard marin;
Et comme aux dieux mon offrande suprême,
La scintillation sereine sème
Sur l'altitude un dédain souverain.

Comme le fruit se fond en jouissance,
Comme en délice il change son absence
Dans une bouche où sa forme se meurt,
Je hume ici ma future fumée,
Et le ciel chante à l'âme consumée
Le changement des rives en rumeur.

Beau ciel, vrai ciel, regarde-moi qui change!
Après tant d'orgueil, après tant d'étrange
Oisivité, mais pleine de pouvoir,
Je m'abandonne à ce brillant espace,
Sur les maisons des morts mon ombre passe
Qui m'apprivoise à son frêle mouvoir.

L'^âme exposée aux torches du solstice,
Je te soutiens, admirable justice
De la lumière aux armes sans pitié!
Je te rends pure à ta place première:
Regarde-toi!... Mais rendre la lumière
Suppose d'ombre une morne moitié.

O pour moi seul, à moi seul, en moi-même,
Auprès d'un coeur, aux sources du poème,
Entre le vide et l'évèment pur,
J'attends l'écho de ma grandeur interne,
Amère, sombre et sonore citerne,
Sonnant dans l'âme un creux toujours futur!

Sais-tu, fausse captive des feuillages,
Golfe mangeur de ces maigres grillages,
Sur mes yeux clos, secrets éblouissants,
Quel corps me traîne à sa fin paresseuse,
Quel front l'attire à cette terre osseuse?
Une étincelle y pense à mes absents.

Fermé, sacré, plein d'un feu sans matière,
Fragment terrestre offert à la lumière,
Ce lieu me plaît, dominé de flambeaux,
Composé d'or, de pierre et d'arbres sombres,
Où tant de marbre est tremblant sur tant d'ombres;
La mer fidèle y dort sur mes tombeaux!

Chienne splendide, écarte l'idolâtre!
Quand solitaire au sourire de pâtre,
Je pais longtemps, moutons mystérieux,
Le blanc troupeau de mes tranquilles tombes,
Eloignes-en les prudentes colombes,
Les songes vains, les anges curieux!

Ici venu, l'avenir est paresse.
L'insecte net gratte la sécheresse;
Tout est brûle, défait, reçu dans l'air
A je ne sais quelle sévère essence...
La vie est vaste, étant ivre d'absence,
Et l'amertume est douce, et l'esprit clair.

-------------------------------------------------
Paul Valery, Charmes (1922)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν




Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

Πωλ Ελυάρ: δυο ποιήματα

Πωλ Ελυάρ, 1895-1952

 
Η αγαπημένη

Στέκεται όρθια στα βλέφαρά μου
Και τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου,
Έχει το σχήμα των χεριών μου,
Έχει το χρώμα των ματιών μου,
Καταποντίζεται στον ίσκιο μου
Σαν πέτρα στον ουρανό.

Έχει τα μάτια πάντοτε ανοιχτά
Και δεν μ'αφήνει να κοιμηθώ.
Τα όνειρα της μέρας της
Εξαερώνουν ήλιους,
Με κάνουν να γελώ, να κλαίω και να γελώ
Και να μιλώ, χωρίς να έχω τίποτα να πω.


L'amoureuse

Elle est debout sur mes paupières
Et ses cheveux sont dans les miens,
Ella a la forme de mes mains,
Elle a la couleur de mes yeux,
Elle s'engloutit dans mon ombre
Comme une pierre sur le ciel.

Elle a toujours les yeux ouverts
Et ne me laisse pas dormir.
Ses rêves en pleine lumière
Font s'évaporer les soleils,
Me font rire, pleurer et rire,
Parler sans avoir rien à dire.


***


[Η καμπύλη των ματιών σου...]

Η καμπύλη των ματιών σου γυροφέρνει την καρδιά μου,
Στροφές γλυκές, χορευτικές,
Του χρόνου φωτοστέφανο, λίκνο της νύχτας ασφαλές,
Κι αν δε γνωρίζω πια όσα έχω ζήσει
Είναι γιατί τα μάτια σου δε με κοιτούσαν πάντα.

Φύλλα της μέρας και βρύα της δροσιάς,
Ανέμου καλαμιές και αρωμάτων γέλια,
Φτερά του κόσμου φωτεινά,
Καράβια φορτωμένα, απ'ουρανό και θάλασσα·
Θορύβων θηρευτές και των χρωμάτων βρύσες

Βαρέλι ευωδιαστό, γεμάτο χαραυγές
Που πάντα το σκεπάζουνε με τ'άχυρα των άστρων,
Κι όπως η μέρα ισορροπεί στους ώμους των αθώων
Ο κόσμος όλος κρέμεται από τ' αγνά σου μάτια
Κι όλο το αίμα μου κυλά μέσα στα βλέμματά τους.


[La courbe de tes yeux...]

La courbe de tes yeux fait le tour de mon coeur,
Un rond de danse et de douceur,
Auréole du temps, berceau nocturne et sûr,
Et si je ne sais plus tout ce que j'ai vécu
C'est que tes yeux ne m'ont pas toujours vu.

Feuilles de jour et mousse de rosée,
Roseaux du vent, sourires parfumés,
Ailes couvrant le monde de lumière,
Bateaux chargés du ciel et de la mer,
Chasseurs des bruits et sources des couleurs

Parfums éclos d'une couvée d'aurores
Qui gît sur la paille des astres,
Comme le jour dépend de l'innocence
Le monde entier dépend de tes yeux purs
Et tout mon sang coule dans leurs regards.

----------------------------------------------------
Paul Eluard, Capitale de la douleur (1926)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

 

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

Σε μια περαστική, του Σαρλ Μπωντλαίρ


[Tableaux Parisiens]

ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ

Χίλιων φωνών οχλαλοή, το ουρλιαχτό του δρόμου.
Ψηλή και λεπτεπίλεπτη, σε πένθος βαρύ και πόνο,
Μία γυναίκα πέρασε, με χέρι όλο χάρη,
Κρατώντας, να μη σέρνεται, δαντελωτό φουστάνι·

Ευγένεια λυγερόκορμη, με γάμπα αγαλμάτων.
Ήπια τρελός στα μάτια της
(έναν κατάχλωμο ουρανό, π'εγκυμονεί τυφώνες)
Μια ηδονή θανατερή, μια γλύκα που μαγεύει.

Λάμψη!... κι έπειτα νύχτα. -- Ομορφιά μου φευγαλέα!
Βλέμμα στιγμής που μ'έκανες να γεννηθώ ξανά,
Δεν θα σε δω ποτέ παλι λοιπόν, πριν σμίξουμε για πάντα;

Αλλού. Πολύ μακριά. Πολύ αργά. Κι ίσως ποτέ.
Γιατί δεν έμαθα πού πας, και δεν θα μάθεις πού πηγαίνω.
Μονάχα ξέρω, το νοιωσες, οτι θα σ'αγαπούσα. 


A UNE PASSANTE

La rue assurdissante autour de moi hurlait.
Longue, mince, en grand deuil, douleur majesteuse,
Une femme passa, d'une main fastueuse 
Soulevant, balançant le feston et l'ourlet;

Agile et noble, avec sa jambe de statue.
Moi, je buvais, crispé come un extravagant,
Dans son oeil, ciel livide où germe l'ouragan,
La douceur qui fascine et le plaisir qui tue.

Un éclair... et puis la nuit! -- Fugitive beauté
Dont le regard m' a fait soudainement renaître,
Ne te verrais-je plus que dans l'éternité?

Ailleurs, bien loin d' ici! trop tard! jamais peut-être!  
Car j'ignore où tu fuis, tu ne sais où je vais,
O toi que j' eusse aimée, ô toi qui le savais! 

------------------------------------------------------
Charles Baudelaire, Les Fleurs du Mal
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν