Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Το Θαλασσινό Κοιμητήρι, του Πωλ Βαλερύ (α' μέρος)

Paul Valery (1871-1945)

Το θαλασσινό κοιμητήρι

Μὴ, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον 
σπεῦδε, ταν δ'ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.
-- Πίνδαρος, Πυθιονίκαις (3.61-62)


Αυτή η σκέπη της σιωπής, που τα πουλιά βαδίζουν,
Πάλλει στα πεύκα ανάμεσα κι ανάμεσα στους τάφους·
Πλάθει εκεί από φωτιά, το δίκαιο μεσημέρι,
Τη θάλασσα, τη θάλασσα, που ξαναρχίζει πάντα!
Σκέψης αποζημίωση εσύ,
Βλέμμα μου χωρίς όριο στη θεϊκή ηρεμία! 

Τι μόχθος αναλώνεται από μυριάδες λάμψεις
Στων φευγαλέων των αφρών τα διαμαντένια πέπλα,
Και τι ειρήνης άπλωμα είναι αυτό που μοιάζει!
Σαν ένας ήλιος κρεμαστεί στης άβυσσου τα χείλη,
Σίγουρη γνώση τ' Όνειρο κι ο Χρόνος λαμπυρίζει,
Και είναι αυτά τα έργα αγνά, ενός σκοπού για πάντα. 

Θησαυρέ μου βέβαιε, ναέ απλέ της Αθηνάς,
Μάζα γαλήνης κι απόθεμα ορατό, νερό
διερευνητικό και μάτι,
που μέσα σου φυλάς ύπνο βαθύ
Κάτω από φλόγινο πανί,
Σιωπή μου! Οικοδόμημα μες την ψυχή,
Στέγη χρυσή,
Με χίλια κεραμίδια, Σκέπη!

Χρόνου Ναός· ένας μονάχα στεναγμός
τον συνοψίζει,
Σκαρφαλώνω εκεί και συνηθίζω
το βλέμμα μου στη θάλασσα τριγύρω·
Κι όπως οι προσφορές μου στους θεούς οι ακριβές,
Το ήπιο φεγγοβόλημα ενσπείρει
Μια ουράνια σιγή αδιαφορίας.

Όπως το φρούτο λιώνει σε ηδονή,
Και ανταλλάσσει την απουσία του με γεύση
Μέσα στο στόμα οπου πεθαίνει η μορφή,
Έτσι κι εγώ εισπνέω εδώ τη μέλλουσά μου στάχτη.
Και τραγουδά ο ουρανός στην ξοδεμένη μου ψυχή,
Οτι η όχθη η βουερή πάντα αλλάζει.

Όμορφε ουρανέ, αληθινέ ουρανέ, κοίτα με που αλλάζω!
Μετά από τόση έπαρση, νωθρότητα παράξενη,
Μα υπόσχεση γεμάτη,
Στο φωτεινό κενό μ' αφήνω τώρα.
Πάνω στα σπίτια των νεκρών γλυστράει η σκιά μου,
Κι εγώ εξοικειώνομαι στ' αβέβαιο βάδισμά της.

Με την ψυχή πάνω στου θέρους την πυρά, σε υπομένω,
Δικαιοσύνη λιοπερίχυτη,
Πάνοπλη -- χωρίς έλεος,
Τρομερή!
Σου δωσα πίσω ακέραιη την πρότερή σου θέση:
Δες!...
Μα όταν το φως στη μια πλευρά το αποδίδεις,
Θρηνείς μαζί και της σκιάς την άλλη όψη.

Για μένα· σε μένα· τον ίδιο και μόνο,
Πλησίον μιας καρδιάς, κει που το ποίημα μου πηγάζει,
Ανάμεσα στο καθαρό συμβάν και το κενό,
Εκεί προσμένω την ηχώ
Του μέσα μου θριάμβου,
Μια στέρνα κρύα, βαθιά και ηχηρή,
«Δεν έχει κοίλο ακόμη για να βγει»,
Μες την ψυχή μου πάντοτε βουίζει!

Συ όμως, που τάχα πιάστηκες στα φύλλα,
Κόλπε π' αυτά τ'αδύναμα δεσμά καταβροχθίζεις,
Μυστικά εκτυφλωτικά, στα μάτια μου τα σφαλιστά,
Γνωρίζεις άραγε,
Ποιό σώμα για το ράθυμό του τέλος μ' εκπαιδεύει
Και ποιό κεφάλι το τραβά στων σκελετών τη χώρα;
Τους εκλιπόντες μου εκεί, μια σπίθα συλλογιέται.

Κλειστό, σεπτό, φωτιά χωρίς υπόσταση γεμάτο,
Ένα κομμάτι γης που πρόσφεραν στο φως--
Μ'αρέσει αυτό το μέρος, όπου δεσπόζουν οι δαυλοί,
Κι έχει φτιαχτεί
Από πέτρα, χρυσό και δέντρο σκοτεινό·
Πάνω στους ίσκιους τους βαθείς, τα μάρμαρα χορεύουν,
Κι η θάλασσά μου η πιστή, κοιμάται απά στους τάφους!

Σκύλα μου εξαίσια, διώξ' τους ειδωλολάτρες!
Όταν μονάχος με χαμόγελο ποιμένα,
Ωρες πολλές βοσκώ αμνούς μυστηριώδεις,
Το ποίμνιο το λευκόμαλλο των ήσυχών μου τάφων,
Τις περιστέρες τις προσεκτικές, κράτα τες μακριά τους,
Μακριά τα μάταια όνειρα, τους ύποπτους αγγέλους!

Σαν έρθει εδώ το αύριο, δε θέλει πια να φύγει,
Ελεύθερο το έντομο, σκαλίζει ξηρασία·
Κάηκαν όλα, διαλύθηκαν, τα πήρε ο αέρας,
Σε ποιά δεν ξέρω γύρισαν πανάρχαιη ουσία...
Είν' η ζωή απέραντη, στης απουσίας τη μέθη,
Και κάθε πίκρα είναι γλυκειά, και καθαρό το πνεύμα.



***


Le cimetière marin

Μὴ, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον 
σπεῦδε, ταν δ'ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.
-- Pindare, Pythiques, III

Ce toit tranquille, où marchent des colombes,
Entre les pins palpite, entre les tombes;
Midi le juste y compose de feux
La mer, la mer, toujours recommencée!
O récompense après une pensée
Qu' un long regard sur le calme des dieux! 

Quel pur travail de fins éclairs consume
Maint d'imperceptible écume,
Et quelle paix semble se concevoir!
Quand sur l'abîme un soleil se repose,
Ouvrages purs d'une éternelle cause,
Le Temps scintille et le Songe est savoir.

Stable trésor, temple simple à Minerve,
Masse de calme, et visible réserve,
Eau sourcilleuse, Oeil qui gardes en toi
Tant de sommeil sous un voile de flamme,
O mon silence!... Edifice dans l'âme,
Mais comble d'or aux mille tuiles, Toit!

Temple du Temps, qu'un seul soupir résume,
A ce point pur je monte et m'accoutume,
Tout entouré de mon regard marin;
Et comme aux dieux mon offrande suprême,
La scintillation sereine sème
Sur l'altitude un dédain souverain.

Comme le fruit se fond en jouissance,
Comme en délice il change son absence
Dans une bouche où sa forme se meurt,
Je hume ici ma future fumée,
Et le ciel chante à l'âme consumée
Le changement des rives en rumeur.

Beau ciel, vrai ciel, regarde-moi qui change!
Après tant d'orgueil, après tant d'étrange
Oisivité, mais pleine de pouvoir,
Je m'abandonne à ce brillant espace,
Sur les maisons des morts mon ombre passe
Qui m'apprivoise à son frêle mouvoir.

L'^âme exposée aux torches du solstice,
Je te soutiens, admirable justice
De la lumière aux armes sans pitié!
Je te rends pure à ta place première:
Regarde-toi!... Mais rendre la lumière
Suppose d'ombre une morne moitié.

O pour moi seul, à moi seul, en moi-même,
Auprès d'un coeur, aux sources du poème,
Entre le vide et l'évèment pur,
J'attends l'écho de ma grandeur interne,
Amère, sombre et sonore citerne,
Sonnant dans l'âme un creux toujours futur!

Sais-tu, fausse captive des feuillages,
Golfe mangeur de ces maigres grillages,
Sur mes yeux clos, secrets éblouissants,
Quel corps me traîne à sa fin paresseuse,
Quel front l'attire à cette terre osseuse?
Une étincelle y pense à mes absents.

Fermé, sacré, plein d'un feu sans matière,
Fragment terrestre offert à la lumière,
Ce lieu me plaît, dominé de flambeaux,
Composé d'or, de pierre et d'arbres sombres,
Où tant de marbre est tremblant sur tant d'ombres;
La mer fidèle y dort sur mes tombeaux!

Chienne splendide, écarte l'idolâtre!
Quand solitaire au sourire de pâtre,
Je pais longtemps, moutons mystérieux,
Le blanc troupeau de mes tranquilles tombes,
Eloignes-en les prudentes colombes,
Les songes vains, les anges curieux!

Ici venu, l'avenir est paresse.
L'insecte net gratte la sécheresse;
Tout est brûle, défait, reçu dans l'air
A je ne sais quelle sévère essence...
La vie est vaste, étant ivre d'absence,
Et l'amertume est douce, et l'esprit clair.

-------------------------------------------------
Paul Valery, Charmes (1922)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν




Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

Πωλ Ελυάρ: δυο ποιήματα

Πωλ Ελυάρ, 1895-1952

 
Η αγαπημένη

Στέκεται όρθια στα βλέφαρά μου
Και τα μαλλιά της είναι μέσα στα δικά μου,
Έχει το σχήμα των χεριών μου,
Έχει το χρώμα των ματιών μου,
Καταποντίζεται στον ίσκιο μου
Σαν πέτρα στον ουρανό.

Έχει τα μάτια πάντοτε ανοιχτά
Και δεν μ'αφήνει να κοιμηθώ.
Τα όνειρα της μέρας της
Εξαερώνουν ήλιους,
Με κάνουν να γελώ, να κλαίω και να γελώ
Και να μιλώ, χωρίς να έχω τίποτα να πω.


L'amoureuse

Elle est debout sur mes paupières
Et ses cheveux sont dans les miens,
Ella a la forme de mes mains,
Elle a la couleur de mes yeux,
Elle s'engloutit dans mon ombre
Comme une pierre sur le ciel.

Elle a toujours les yeux ouverts
Et ne me laisse pas dormir.
Ses rêves en pleine lumière
Font s'évaporer les soleils,
Me font rire, pleurer et rire,
Parler sans avoir rien à dire.


***


[Η καμπύλη των ματιών σου...]

Η καμπύλη των ματιών σου γυροφέρνει την καρδιά μου,
Στροφές γλυκές, χορευτικές,
Του χρόνου φωτοστέφανο, λίκνο της νύχτας ασφαλές,
Κι αν δε γνωρίζω πια όσα έχω ζήσει
Είναι γιατί τα μάτια σου δε με κοιτούσαν πάντα.

Φύλλα της μέρας και βρύα της δροσιάς,
Ανέμου καλαμιές και αρωμάτων γέλια,
Φτερά του κόσμου φωτεινά,
Καράβια φορτωμένα, απ'ουρανό και θάλασσα·
Θορύβων θηρευτές και των χρωμάτων βρύσες

Βαρέλι ευωδιαστό, γεμάτο χαραυγές
Που πάντα το σκεπάζουνε με τ'άχυρα των άστρων,
Κι όπως η μέρα ισορροπεί στους ώμους των αθώων
Ο κόσμος όλος κρέμεται από τ' αγνά σου μάτια
Κι όλο το αίμα μου κυλά μέσα στα βλέμματά τους.


[La courbe de tes yeux...]

La courbe de tes yeux fait le tour de mon coeur,
Un rond de danse et de douceur,
Auréole du temps, berceau nocturne et sûr,
Et si je ne sais plus tout ce que j'ai vécu
C'est que tes yeux ne m'ont pas toujours vu.

Feuilles de jour et mousse de rosée,
Roseaux du vent, sourires parfumés,
Ailes couvrant le monde de lumière,
Bateaux chargés du ciel et de la mer,
Chasseurs des bruits et sources des couleurs

Parfums éclos d'une couvée d'aurores
Qui gît sur la paille des astres,
Comme le jour dépend de l'innocence
Le monde entier dépend de tes yeux purs
Et tout mon sang coule dans leurs regards.

----------------------------------------------------
Paul Eluard, Capitale de la douleur (1926)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

 

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

Σε μια περαστική, του Σαρλ Μπωντλαίρ


[Tableaux Parisiens]

ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ

Χίλιων φωνών οχλαλοή, το ουρλιαχτό του δρόμου.
Ψηλή και λεπτεπίλεπτη, σε πένθος βαρύ και πόνο,
Μία γυναίκα πέρασε, με χέρι όλο χάρη,
Κρατώντας, να μη σέρνεται, δαντελωτό φουστάνι·

Ευγένεια λυγερόκορμη, με γάμπα αγαλμάτων.
Ήπια τρελός στα μάτια της
(έναν κατάχλωμο ουρανό, π'εγκυμονεί τυφώνες)
Μια ηδονή θανατερή, μια γλύκα που μαγεύει.

Λάμψη!... κι έπειτα νύχτα. -- Ομορφιά μου φευγαλέα!
Βλέμμα στιγμής που μ'έκανες να γεννηθώ ξανά,
Δεν θα σε δω ποτέ παλι λοιπόν, πριν σμίξουμε για πάντα;

Αλλού. Πολύ μακριά. Πολύ αργά. Κι ίσως ποτέ.
Γιατί δεν έμαθα πού πας, και δεν θα μάθεις πού πηγαίνω.
Μονάχα ξέρω, το νοιωσες, οτι θα σ'αγαπούσα. 


A UNE PASSANTE

La rue assurdissante autour de moi hurlait.
Longue, mince, en grand deuil, douleur majesteuse,
Une femme passa, d'une main fastueuse 
Soulevant, balançant le feston et l'ourlet;

Agile et noble, avec sa jambe de statue.
Moi, je buvais, crispé come un extravagant,
Dans son oeil, ciel livide où germe l'ouragan,
La douceur qui fascine et le plaisir qui tue.

Un éclair... et puis la nuit! -- Fugitive beauté
Dont le regard m' a fait soudainement renaître,
Ne te verrais-je plus que dans l'éternité?

Ailleurs, bien loin d' ici! trop tard! jamais peut-être!  
Car j'ignore où tu fuis, tu ne sais où je vais,
O toi que j' eusse aimée, ô toi qui le savais! 

------------------------------------------------------
Charles Baudelaire, Les Fleurs du Mal
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν
 

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Τεξανή, του Τσαρλς Μπουκόφσκι

Τσαρλς Μπουκόφσκι (1920-1994)

είναι απ'το Τέξας,
47 κιλά.
και στέκεται μπροστά στον
καθρέφτη και χτενίζει ωκεανούς
κόκκινα μαλλιά,
που ρίχνονται στην πλάτη και
φτάνουν ως τον κώλο.
είναι μαγεία τούτο το μαλλί και πετάει
σπίθες ενώ είμαι ξαπλωμένος 
και τη βλέπω να χτενίζει
τα μαλλιά της.
μοιάζει βγαλμένη από ταινία κι όμως 
είναι όντως εδώ. κάνουμε έρωτα τουλάχιστον μια φορά τη μέρα και
μπορεί να με κάνει να γελάσω
όποτε γουστάρει.
είναι γερές γυναίκες οι Τεξανές,
κι εκτός αυτού η συγκεκριμένη έχει
καθαρίσει το ψυγείο μου, τον νεροχύτη μου,
το μπανιο• μου μαγειρεύει και
με ταΐζει υγιεινά φαγητά 
κι επίσης μου πλένει και τα 
πιάτα.

"Χανκ", μου είπε,
κρατώντας ένα κουτί χυμό
γκρεϊπφρουτ, "αυτό είναι το καλύτερο 
απ'όλα".
γράφει: ΡΟΖ χυμός γκρεϊπφρουτ
από το Τέξας, χωρίς ζάχαρη.

μοιάζει όπως θα έμοιαζε
η Κάθριν Χέιπμπορν στο Λύκειο, 
και κοιτάζω αυτά τα
47 κιλά
να χτενίζουν μισό στρέμμα και κάτι ψιλά
κόκκινα μαλλιά
μπρος στον καθρέφτη
και τη νοιώθω μέσα στους
καρπούς μου και πίσω από τα μάτια μου,
και τα πόδια και τα δάχτυλα των ποδιών
και η κοιλιά μου τη νοιώθουν
κι όλος ο υπόλοιπος,
και όλο το Λος Άντζελες πέφτει στα γόνατα
και κλαίει από χαρά,
και στα σπίτια που πουλάνε έρωτα οι τοίχοι τρέμουν -- ο ωκεανός ορμάει μέσα
κι αυτή γυρίζει και μου λέει,
"ο διάβολος να πάρει ετούτα τα μαλλιά!"
κι εγώ λέω,
"ναι".



texan

she's from texas and weighs
103 pounds
and stands before the
mirror combing oceans 
of reddish hair
which falls all the way down
her back to her ass.
the hair is magic and shoots 
sparks as i lay on the bed
and watch her combing her
hair. she's like something 
out of the movies but she's
actually here. we make love 
at least once a day and
she can make me laugh
any time she cares
to. Texan women are always 
healthy, and besides that she's 
cleaned my refrigerator, my sink, 
the bathroom, and she cooks and
feeds me healthy foods
and washes the dishes
too.

"Hank," she told me, 
holding up a can of grapefruit
juice, "this is the best of them 
all."
it says : Texas unsweetened
PINK grapefruit juice.

she looks like Katherine Hepburn
looked when she was
in high school, and i watch those
103 pounds
combing a yard and some change
of reddish hair
before the mirror
and i feel her inside of my
wrists and at the backs of my eyes,
and the toes and legs and belly
of me feel her and
the other part too,
and all of Los Angeles falls down
and weeps for joy,
and walls of the love parlors shake --
the ocean rushes in and she turns
to me and says, "damn this hair!"
and i say,
"yes."

...........
Charles Bukowski, Love is a dog from hell
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν



Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Ντύλαν Τόμας, Do not go gentle into that good night

Dylan Thomas (1914-1953)

Μην αφεθείς αμαχητί στη νύχτα που σε ντύνει,
Τα γηρατειά, στα δειλινά, πρέπει να καίγονται· να μαίνονται με λύσσα·
Θύμωνε, θύμωνε γι' αυτό το φως που σβήνει.

Κι αν ειν'σωστό για τους σοφούς το τέλος τους σιγή να περικλείνει,
Γιατί με λέξεις δεν καμάκωσαν ποτέ την αστραπή -- κι αυτοί
Δεν θ' αφεθούν αμαχητί στη νύχτα που τους ντύνει.

Και ο καλός στο τελευταίο κύμα του, τα δάκρυά του χύνει:
Ας χόρευαν τα έργα του σ' απάγκιο χλοερό! -- γι' αυτό
Θυμώνει, θυμώνει γι' αυτό το φως που σβήνει.

Ατίθασοι που γράπωσαν (και ύμνησαν) του ήλιου τη βιασύνη,
Επειδή έμαθαν, πολύ αργά, και θρήνησαν αυτό του το ταξίδι -- 
Δεν θ' αφεθούν αμαχητί στη νύχτα που τους ντύνει.

Και της ζωής οι κατηφείς, π' ετοιμοθάνατοι, ξεκάθαρο έχει γίνει,
Πως και τυφλά τα μάτια φλέγονται, σαν διάττοντες αστέρες,
Θυμώνουν, θυμώνουν γι' αυτό το φως που σβήνει.

Κι εσύ εκεί, πατέρα μου, στης θλίψης σου τα ύψη,
Βλόγα και καταράσου με με τ'άγρια δάκρυά σου, παρακαλώ -- 
Μην αφεθείς αμαχητί στη νύχτα που σε ντύνει.
Θύμωσε, θύμωσε γι'΄αυτό το φως που σβήνει.



***  
Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on it's way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.

And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, i pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.  

--------------------------------------
Dylan Thomas, Selected Poems
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν 

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2019

Το Άλμπατρος, του Σαρλ Μπωντλαίρ

Kristine Barett, Albatros

[Spleen et idéal]

ΤΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ 

Πολλές φορές οι ναυτικοί, για να περνά η ώρα,
Άλμπατρος μαγκώνουνε, τρανά θαλασσοπούλια·
Συνταξιδιώτες ήρεμους π' ακολουθούν το πλοίο
Καθώς γλυστρά κι ανοίγεται μες τις πικρές αβύσσους.

Κι όταν τους εκθρονίσουνε απάνω στη κουβέρτα
Τους βασιλιάδες τ'ουρανού, οικτρούς και ντροπιασμένους,
Αυτοί αφήνουν άχαρα τα πάλλευκα φτερά τους,
Σαν ακυβέρνητα κουπιά, να σέρνονται στο πλάι.

Κι ο φτερωτός ταξιδευτής, τι κωμικός που δείχνει!
Τι κακομοίρης κι άσχημος, ο άλλοτε τόσ' ωραίος!
Κι άλλοι το ράμφος του ενοχλούν κι άλλοι τον κοροϊδεύουν
Για το χωλό του βάδισμα -- εκείνον, που πετούσε!

Αυτού του νεφοπρίγκηπα ο Ποιητής του μοιάζει:
Τις καταιγίδες κυνηγά και του τοξότη τού γελά·
Και είν' εξόριστος εδω στη γη, και τον χλευάζουν όλοι·
Κι έχει πελώρια φτερά, βαρίδια στην περπατησιά.


L'ALBATROS

Souvent, pour s'amuser, les hommes d'équipage
Prennent des albatros, vast oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.

A peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l'azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des aviron traîner à côté d'eux.

Ce voyager ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu'il est comique et laid!
L'un agace son bec avec un brûle-gueule,
L'autre mime, en boitant, l'infirme gui volait!

Le Poete est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l'archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l'empêchent de marcher. 

-----------------------------------------------------
Charles Baudelaire, Les Fleurs du Mal, 1857
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

Σαρλ Μπωντλαίρ: δυο ποιήματα


[Spleen et idéal]

IV
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

Ένας ναός η φύση μας, με ζωντανές κολώνες
Π'ακούγονται από μέσα τους ορμήνειες μπερδεμένες·
Ο Άνθρωπος περνά εκεί στο δάσος των συμβόλων
Κι εκείνα τον παρατηρούν, και κάτι του θυμίζουν...

Σαν μακρινοί αντίλαλοι που γίνονται κουβάρι
Μέσα σε μια ενότητα βαθειά και σκοτεινή,
Και σαν τη νύχτα απέραντη και σαν το φως της μέρας
Τα χρώματα, τ'άρώματα κι οι ήχοι ανταμώνουν.

Υπάρχουν αρώματ' απαλά, σαν των παιδιών τη γύμνια,
Μελωδικά σαν όμποε, πράσινα σα λιβάδια,
-- Μα υπάρχουν κι άλλα: έκφυλα και πλούσια και πιο μεθυστικά,

Που έχοντας την έκταση των άπειρων πραγμάτων,
Σαν κεχριμπάρι, ευωδιά, ρητίνη και λιβάνι
Τ'αλισβερίσι τραγουδούν του νου με τις αισθήσεις.



V

Γυρίζει ο νους, καμιά φορά, στις εποχές της γύμνιας,
Τότε που ο Απόλλωνας χρύσωνε τις μορφές.
Τότε που οι νιογέννητοι έξω από ψέμμα κι έγνοιες
Άντρας, γυναίκα -- λυγερόκορμοι -- χαίρονταν τη ζωή.
Με το γαλάζιο του ουρανού πα στις γυμνές τους πλάτες
Τη Μηχανή τη σαρκική τη δούλευαν ως πρέπει.
Τότε που η Κυβέλη κάρπιζε απλόχερα τα δώρα,
Και κανενός δεν έβρισκε το βάρος περιττό -- μα
Σα λύκαινα αγέρωχη με μια καρδιά για όλους,
Θήλαζε τον κόσμο μας με ρώγες σκοτεινές.
Κι ο άνδρας δίκαιο για μια φορά περήφανος να νοιώθει,
Έτσι αβρός, γερός και δυνατός, ρήγα τους που τον είχαν
Οι καλλονές οι τρυφεροί καρποί, οι άγουροι κι αθώοι·
Μια σάρκα λεία σφιχτή κι ανέγγιχτη, φτιαγμένη για ένα στόμα!

Ο Ποιητής που σήμερα τούτα τα μεγαλεία,
Τα φυσικά κι αρχέγονα, θα θελε να συλλάβει,
Εκεί που φανερώνεται τ'ανδρόγυνου η γύμνια
Θα νοιωθε σύγκρυο ζοφερό να ζώνει την ψυχή του,
Μπροστά σ' αυτόν τον πίνακα του μαύρου και της φρίκης:
Τέρατα που εκλιπαρούν να τους δωθούνε ρούχα!
Σώμα και μέλη κωμικά, άξια μασκαράτας!
Πάχη, κοιλιές, κορμιά ισχνά, που ο θεός της Χρήσης,
Σκληρός κι ατάραχος, από μικρά,
Φασκιώνει μες τον μπρούτζο!
Κι εσύ, γυναίκα, αλίμονο, χλωμή σαν τη λαμπάδα,
Που λιώνει κι ανάβει το πιοτό -- κι εσύ, φτωχή παρθένα,
Της αμαρτίας να γεννάς, να κουβαλάς το στίγμα·
Τόσο σκληρό είν' σήμερα να γίνεσαι μητέρα!

Είναι αλήθεια πως σε μας, διεφθαρμένα έθνη,
Υπάρχουν άλλες ομορφιές, άγνωστες στους αρχαίους:
Τα φαγωμένα πρόσωπα, απ'τις καρδιάς τα έλκη -- και,
Όπως θα λεγε κανείς, του μαρασμού τα κάλλη·
Μα ό, τι και να σκαρφιστούν οι όψιμες μας μούσες
Ποτέ δεν θ' αναβάλουνε το σεβασμό που πρέπει
Από τις έκφυλες τις ράτσες μας στην πρότερη τη νιότη,
-- Σε νιότη άγια, μέτωπο γλυκό και καθαρό αέρα,
Σε μάτια ξάστερα κι αγνά, σαν γάργαρο ποτάμι,
Που αμέριμνο σκορπίζοντας κυλά
-- Σαν το γαλάζιο τ'ουρανού, σαν τα πουλιά και τ' άνθη,
Τραγούδια, αρώματα απλά και τη γλυκιά του θέρμη!


[Spleen et idéal]

IV
CORRESPONDANCES

La Nature est un temple où de vivant piliers
Laissez parfois sortir de confuses paroles;
L'homme y passe à travers des forêts de symboles
Qui l'observent avec des regards familiers.

Comme de longs échos qui de loin se confondent
Dans une ténébreuse et profonde unité,
Vast comme la nuit et comme la clarté,
Les parfums, les couleurs et les sons se répondent.

Il est de parfums frais comme des chairs des enfants,
Doux comme les hautbois, verts comme les prairies,
-- Et d'autres, corrompus, riches et triomphants,

Ayant l'expansion des choses infinies,
Comme l'ambre, le musc, le benjoin et l'encens,
Qui chantent les transports de l'esprit et des sens.



V

J'aime le souvenir de ces époques nues,
Dont Phoebus se plaisait à dorer les statues.
Alors l'homme et la femme en leur agilité
Jouissaient sans mensonge et sans anxiété,
Et, le ciel amoureux leur caressant l'échine,
Exerçaient la santé de leur noble machine.
Cybèle alors, fertile en produits généreux,
Ne trouvait point ses fils un poids trop onéreux,
Mais, louve au coeur gonflé de tendresses communes,
Abreuvait l'univers à ses tétines brunes.
L'homme, élégant, robuste et fort, avait le droit
D'être fier des beautés qui le nommaient leur roi ;
Fruits purs de tout outrage et vierges de gerçures,
Dont la chair lisse et ferme appelait les morsures !

Le Poète aujourd'hui, quand il veut concevoir
Ces natives grandeurs, aux lieux où se font voir
La nudité de l'homme et celle de la femme,
Sent un froid ténébreux envelopper son âme
Devant ce noir tableau plein d'épouvantement.
Ô monstruosités pleurant leur vêtement !
Ô ridicules troncs ! torses dignes des masques !
Ô pauvres corps tordus, maigres, ventrus ou flasques,
Que le dieu de l'Utile, implacable et serein,
Enfants, emmaillota dans ses langes d'airain !
Et vous, femmes, hélas ! pâles comme des cierges,
Que ronge et que nourrit la débauche, et vous, vierges,
Du vice maternel traînant l'hérédité
Et toutes les hideurs de la fécondité !

Nous avons, il est vrai, nations corrompues,
Aux peuples anciens des beautés inconnues :
Des visages rongés par les chancres du coeur,
Et comme qui dirait des beautés de langueur ;
Mais ces inventions de nos muses tardives
N'empêcheront jamais les races maladives
De rendre à la jeunesse un hommage profonde,
- A la sainte jeunesse, à l'air simple, au doux front,
A l'oeil limpide et clair ainsi qu'une eau courante,
Et qui va répandant sur tout, insouciante
Comme l'azur du ciel, les oiseaux et les fleurs,
Ses parfums, ses chansons et ses douces chaleurs !

-------------------------------
Les Fleurs du Mal (1857)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν