Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

Σαρλ Μπωντλαίρ: δυο ποιήματα


[Spleen et idéal]

IV
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

Ένας ναός η φύση μας, με ζωντανές κολώνες
Π'ακούγονται από μέσα τους ορμήνειες μπερδεμένες·
Ο Άνθρωπος περνά εκεί στο δάσος των συμβόλων
Κι εκείνα τον παρατηρούν, και κάτι του θυμίζουν...

Σαν μακρινοί αντίλαλοι που γίνονται κουβάρι
Μέσα σε μια ενότητα βαθειά και σκοτεινή,
Και σαν τη νύχτα απέραντη και σαν το φως της μέρας
Τα χρώματα, τ'άρώματα κι οι ήχοι ανταμώνουν.

Υπάρχουν αρώματ' απαλά, σαν των παιδιών τη γύμνια,
Μελωδικά σαν όμποε, πράσινα σα λιβάδια,
-- Μα υπάρχουν κι άλλα: έκφυλα και πλούσια και πιο μεθυστικά,

Που έχοντας την έκταση των άπειρων πραγμάτων,
Σαν κεχριμπάρι, ευωδιά, ρητίνη και λιβάνι
Τ'αλισβερίσι τραγουδούν του νου με τις αισθήσεις.



V

Γυρίζει ο νους, καμιά φορά, στις εποχές της γύμνιας,
Τότε που ο Απόλλωνας χρύσωνε τις μορφές.
Τότε που οι νιογέννητοι έξω από ψέμμα κι έγνοιες
Άντρας, γυναίκα -- λυγερόκορμοι -- χαίρονταν τη ζωή.
Με το γαλάζιο του ουρανού πα στις γυμνές τους πλάτες
Τη Μηχανή τη σαρκική τη δούλευαν ως πρέπει.
Τότε που η Κυβέλη κάρπιζε απλόχερα τα δώρα,
Και κανενός δεν έβρισκε το βάρος περιττό -- μα
Σα λύκαινα αγέρωχη με μια καρδιά για όλους,
Θήλαζε τον κόσμο μας με ρώγες σκοτεινές.
Κι ο άνδρας δίκαιο για μια φορά περήφανος να νοιώθει,
Έτσι αβρός, γερός και δυνατός, ρήγα τους που τον είχαν
Οι καλλονές οι τρυφεροί καρποί, οι άγουροι κι αθώοι·
Μια σάρκα λεία σφιχτή κι ανέγγιχτη, φτιαγμένη για ένα στόμα!

Ο Ποιητής που σήμερα τούτα τα μεγαλεία,
Τα φυσικά κι αρχέγονα, θα θελε να συλλάβει,
Εκεί που φανερώνεται τ'ανδρόγυνου η γύμνια
Θα νοιωθε σύγκρυο ζοφερό να ζώνει την ψυχή του,
Μπροστά σ' αυτόν τον πίνακα του μαύρου και της φρίκης:
Τέρατα που εκλιπαρούν να τους δωθούνε ρούχα!
Σώμα και μέλη κωμικά, άξια μασκαράτας!
Πάχη, κοιλιές, κορμιά ισχνά, που ο θεός της Χρήσης,
Σκληρός κι ατάραχος, από μικρά,
Φασκιώνει μες τον μπρούτζο!
Κι εσύ, γυναίκα, αλίμονο, χλωμή σαν τη λαμπάδα,
Που λιώνει κι ανάβει το πιοτό -- κι εσύ, φτωχή παρθένα,
Της αμαρτίας να γεννάς, να κουβαλάς το στίγμα·
Τόσο σκληρό είν' σήμερα να γίνεσαι μητέρα!

Είναι αλήθεια πως σε μας, διεφθαρμένα έθνη,
Υπάρχουν άλλες ομορφιές, άγνωστες στους αρχαίους:
Τα φαγωμένα πρόσωπα, απ'τις καρδιάς τα έλκη -- και,
Όπως θα λεγε κανείς, του μαρασμού τα κάλλη·
Μα ό, τι και να σκαρφιστούν οι όψιμες μας μούσες
Ποτέ δεν θ' αναβάλουνε το σεβασμό που πρέπει
Από τις έκφυλες τις ράτσες μας στην πρότερη τη νιότη,
-- Σε νιότη άγια, μέτωπο γλυκό και καθαρό αέρα,
Σε μάτια ξάστερα κι αγνά, σαν γάργαρο ποτάμι,
Που αμέριμνο σκορπίζοντας κυλά
-- Σαν το γαλάζιο τ'ουρανού, σαν τα πουλιά και τ' άνθη,
Τραγούδια, αρώματα απλά και τη γλυκιά του θέρμη!


[Spleen et idéal]

IV
CORRESPONDANCES

La Nature est un temple où de vivant piliers
Laissez parfois sortir de confuses paroles;
L'homme y passe à travers des forêts de symboles
Qui l'observent avec des regards familiers.

Comme de longs échos qui de loin se confondent
Dans une ténébreuse et profonde unité,
Vast comme la nuit et comme la clarté,
Les parfums, les couleurs et les sons se répondent.

Il est de parfums frais comme des chairs des enfants,
Doux comme les hautbois, verts comme les prairies,
-- Et d'autres, corrompus, riches et triomphants,

Ayant l'expansion des choses infinies,
Comme l'ambre, le musc, le benjoin et l'encens,
Qui chantent les transports de l'esprit et des sens.



V

J'aime le souvenir de ces époques nues,
Dont Phoebus se plaisait à dorer les statues.
Alors l'homme et la femme en leur agilité
Jouissaient sans mensonge et sans anxiété,
Et, le ciel amoureux leur caressant l'échine,
Exerçaient la santé de leur noble machine.
Cybèle alors, fertile en produits généreux,
Ne trouvait point ses fils un poids trop onéreux,
Mais, louve au coeur gonflé de tendresses communes,
Abreuvait l'univers à ses tétines brunes.
L'homme, élégant, robuste et fort, avait le droit
D'être fier des beautés qui le nommaient leur roi ;
Fruits purs de tout outrage et vierges de gerçures,
Dont la chair lisse et ferme appelait les morsures !

Le Poète aujourd'hui, quand il veut concevoir
Ces natives grandeurs, aux lieux où se font voir
La nudité de l'homme et celle de la femme,
Sent un froid ténébreux envelopper son âme
Devant ce noir tableau plein d'épouvantement.
Ô monstruosités pleurant leur vêtement !
Ô ridicules troncs ! torses dignes des masques !
Ô pauvres corps tordus, maigres, ventrus ou flasques,
Que le dieu de l'Utile, implacable et serein,
Enfants, emmaillota dans ses langes d'airain !
Et vous, femmes, hélas ! pâles comme des cierges,
Que ronge et que nourrit la débauche, et vous, vierges,
Du vice maternel traînant l'hérédité
Et toutes les hideurs de la fécondité !

Nous avons, il est vrai, nations corrompues,
Aux peuples anciens des beautés inconnues :
Des visages rongés par les chancres du coeur,
Et comme qui dirait des beautés de langueur ;
Mais ces inventions de nos muses tardives
N'empêcheront jamais les races maladives
De rendre à la jeunesse un hommage profonde,
- A la sainte jeunesse, à l'air simple, au doux front,
A l'oeil limpide et clair ainsi qu'une eau courante,
Et qui va répandant sur tout, insouciante
Comme l'azur du ciel, les oiseaux et les fleurs,
Ses parfums, ses chansons et ses douces chaleurs !

-------------------------------
Les Fleurs du Mal (1857)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν 

Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

Η Δευτέρα Παρουσία, του W.B. Yeats

William Blake, Ναβουχοδονόσορ, 1795


Η Δευτέρα Παρουσία

Γυρίζει... γυρίζει το γεράκι κι ο κύκλος του απλώνει
Κάποιος το φωνάζει μα ν'ακουστεί δεν κατορθώνει
Κατάρρευση αρχίζει - το κέντρο δεν βαστά·
Πλήρης αναρχία τον κόσμο κυβερνά,
Η μεγάλη παλίρροια φουσκώνει και παντού
Η τελετή της αθωότητας πνίγεται στο αίμα·
Απελπισμένη αμφιβολία γεμίζει τους καλούς μα
Οι χειρότεροι κερδίζουν σε ένταση και πάθος

Μα βέβαια, κάποια αποκάλυψη έχουμ'εδώ·
Μα βέβαια, η Δευτέρα Παρουσία είν' εδώ.
Δευτέρα Παρουσία! Μόλις που πρόφερα τις λέξεις
Και μια γιγάντια απ'την Ψυχή του Κόσμου εικόνα ξεπροβάλλει
Και τη ματιά μου συγκλονίζει: 
Κάπου στις άμμους της ερήμου,
Μορφή με σώμα λέοντα κι ανθρώπινο κεφάλι,
Βλέμμα κενό - ήλιος ανελέητος,
Αργοκινά τα πόδια του και γύρω,
Χορός σκιών τα όρνεα που κρώζουν της ερήμου.
Η σκοτεινή αυλαία ξαναπέφτει - μα ξέρω τώρα πως
Δύο χιλιάδες χρόνια πέτρινα και ύπνος
Ταράχτηκαν εφιαλτικά στο λίκνισμα μιας κούνιας,
Και άρα ποιό κτήνος τώρα σέρνεται κι αδέξια οδεύει
Να γεννηθεί στη Βηθλεέμ
Που ήγγικεν η ώρα;

Από τη συλλογή: Michael Robartes and the Dancer (1921)
Μετάφραση/επιμέλεια: Γιώργος Κυρπιγιάν



The Second Coming

Turning and turning in the widening gyre
The falcon cannot hear the falconer;
Things fall apart; the centre cannot hold;
Mere anarchy is loosed upon the world,
The blood-dimmed tide is loosed, and everywhere
The ceremony of innocence is drowned;
The best lack all conviction, while the worst
Are full of passionate intensity.

Surely some revelation is at hand;
Surely the Second Coming is at hand.
The Second Coming! Hardly are those words out
When a vast image out of Spiritus Mundi 
Troubles my sight: somewhere in sands of the desert
A shape with lion body and the head of a man,
A gaze blank and pitiless as the sun,
Is moving it's slow thighs, while all about it
Reel shadows of the indignant desert birds.
The darkness drops again; but now i know
That twenty centuries of stony sleep
Were vexed to nightmare by a rocking cradle,
And what rough beast, its hour come at last,
Slouches torwards Bethlehem to be born? 

Σάββατο 18 Μαΐου 2019

Ο Άνθρωπος και η Θάλασσα, του Σαρλ Μπωντλαίρ

Pierre-Auguste Renoir, Ηλιοβασίλεμα στη Θάλασσα, 1879


[Spleen et idéal]

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Λεύτερε άνθρωπε η θάλασσα· θα τη λατρεύεις πάντα!
Η θάλασσα ο καθρέφτης σου, που ψάχνεις την ψυχή σου
Ρεμβάζοντας το υγρό ξεδίπλωμα της απεραντοσύνης,
Δεν ειν' το πνεύμα σου άβυσσος λιγώτερο σκληρή.

Το ξέρω θα ήθελες να βυθισθείς στου ειδώλου σου τους κόλπους,
Που περικλείεις απλώνοντας το βλέμμα και τα χέρια· 
και η καρδιά, καμιά φορά, χάνει τον ειρμό της,
Στο θόρυβο της φοβερής κι ασίγαστης μομφής.

Κι είστε κι οι δυο σας φειδωλοί, κι απόκρυφοι συνάμα:
Άνθρωπε, ποιός χαρτογράφησε ποτέ τις τάφρους των βυθών σου;
Ω θάλασσα, ποιός γνώρισε τα σκοτεινά σου πλούτη;
Καλά κρυμμένα μυστικά, ζηλόφθονα βαστάτε!

Μα μολαταύτα ιδού: αμέτρητοι οι αιώνες
Που μάχεστε ανελέητα, έξω από κάθε τύψη
Γιατί αγάπη σας είν' το μακελειό, κι ο θάνατος ο φίλος
Α! Αιώνιοι αντίπαλοι εσείς, και άκαρδα αδέρφια!

(από τη συλλογή Τα Άνθη του Κακού [Les Fleurs du Mal], στην έκδοση του 1861
Μετάφραση/επιμέλεια: Γιώργος Κυρπιγιάν) 


L'HOMME ET LA MER

Homme libre, toujours tu chériras la mer!
La mer est ton mirroir; tu contemples ton âme
Dans le déroulement infini de sa lame,
Et ton esprit n'est pas un gouffre moins amer.

Tu te plais à plonger au sein de ton image;
Tu l'embrasses des yeux et des bras, et ton coeur
Se distrait quelquefois de sa propre rumeur
Au bruit de cette plainte indomptable et sauvage.

Vous êtes tous les deux ténébreux et discrets;
Homme, nul n'a sondé le fond de tes abîmes,
O mer, nul ne connaît tes richesses intimes,
Tant vous êtes jaloux de garder vos secrets!

Et cependant voilà des siècles innombrables
Que vous vous combattez sans pitié ni remord,
Tellement vous aimez le carnage et la mort,
O lutteurs éternels, ô frêres implacables!
 

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Η Φούγκα του Θανάτου, του Πάουλ Τσέλαν

MC Escher, το Μάτι, 1947

Το ποίημα του Paul Celan, Todesfuge, πρωτοδημοσιεύθηκε το 1948 στη συλλογή Der Sand aus den Urnen [Η Άμμος από την Τεφροδόχο], και ανήκει στη λεγόμενη «ποίηση μετά το Άουσβιτς».

Η Φούγκα του Θανάτου
Μαύρο γάλα της αυγής πίνουμε τα βράδια
πίνουμε τα μεσημέρια και τα πρωινά, πίνουμε τις νύχτες
πίνουμε και πίνουμε...
κι ανοίγουμε τάφους στον αέρα – δεν είναι πιο άνετα εκεί πέρα;
κάποιος είναι μες το σπίτι που παίζει με οχιές και γράφει
και γράφει προς τη Γερμανία σαν νυχτώσει, «χρυσάφι τα μαλλιά σου Μαργκερίτ»
γράφει και ξεπροβάλει και τ'αστέρια στράφτουν· σφυρίζει να ρθουν τα σκυλιά
σφυρίζει να βγουν οι Εβραίοι -- μας βάζει να σκάψουμ' έναν τάφο μες τη γη
να παίξουμε τώρα δυνατά για τον χορό προστάζει

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τις νύχτες
πρωί μεσημέρι εσένα πίνουμε, σε πίνουμε τα βράδια
πίνουμε και πίνουμε...
κάποιος είναι μες το σπίτι που παίζει με οχιές και γράφει
και γράφει προς τη Γερμανία σαν νυχτώσει, «χρυσάφι τα μαλλιά σου Μαργκερίτ»
στάχτη τα μαλλιά σου Σουλαμίτ· ανοίγουμε τάφους στον αέρα – δεν είναι πιο άνετα εκεί πέρα;

Ουρλιάζει: χτύπα πιο βαθιά στο χώμα εσύ εκεί, κι εσείς οι άλλοι παιάνα και τραγούδι
κάνει ν'αρπάξει απ' τη ζώνη το ραβδί
κραδαίνει κι απειλεί -- τα μάτια του είναι τόσο γαλανά
χτύπα πιο βαθιά το φτυάρι εσύ εκεί, για τον χορό οι άλλοι ξαναπαίξτε

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τις νύχτες
πρωί μεσημέρι εσένα πίνουμε, σε πίνουμε τα βράδια
πίνουμε και πίνουμε...
κάποιος είναι μες το σπίτι («χρυσάφι τα μαλλιά σου Μαργκερίτ»)
στάχτη τα μαλλιά σου Σουλαμίτ (παίζει με οχιές)
ουρλιάζει: για τον θάνατο να παίζεις πιο γλυκά, ο Θάνατος είναι ένας μαίτρ από τη Γερμανία
ουρλιάζει: στριγκλίξτε τα βιολιά πιο ζοφερά, κι ύστερα καπνός στους ουρανούς αναληφθείτε
κι έχετε για τάφο σας τα σύννεφα -- δεν είναι πιο άνετα εκεί πέρα;

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τις νύχτες
σε πίνουμε τα μεσημέρια (ο Θάνατος είναι ένας μαίτρ από τη Γερμανία)
σε πίνουμε βράδυ πρωί σε πίνουμε και πίνουμε
ο Θάνατος είναι ένας μαίτρ από τη Γερμανία (τα μάτια του είναι τόσο γαλανά)
σου ρίχνει με βόλι από μολύβι σου ρίχνει και ποτέ δεν αστοχεί
κάποιος είναι μες το σπίτι· «χρυσάφι τα μαλλιά σου Μαργκερίτ»
παίζει με οχιές και ονειρεύεται: ο Θάνατος είναι ένας μαίτρ από τη Γερμανία

χρυσάφι τα μαλλιά σου Μαργκερίτ
στάχτη τα μαλλιά σου Σουλαμίτ
(απόδοση: Γιώργος Κυρπιγιάν)




 

 

Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Semper Eadem, του Σαρλ Μπωντλαίρ

Odilon Redon, Γαλάζιες Παπαρούνες, 1910



[Spleen et idéal]

Semper Eadem

«Από πού πηγάζει ετούτ' η θλίψη σου η παράξενη», ρωτάς,
Που σ'αγκαλιάζει όπως η θάλασσα τους ζοφερούς τους βράχους;»
--Σαν η καρδιά μας δώσει τη σοδειά της μια φορά,
Όλοι το ξέρουμε κρυφά: να ζεις, σε βασανίζει

Κι είν' ένας πόνος τόσο απλός 
Κι όσο η χαρά σου ολοδιάφανος 
Μη τα σκαλίζεις μικρούλα μου περίεργη λοιπόν
Κι αν η φωνή σου είναι γλυκειά, σταμάτα!

Σταμάτα λοιπόν ανόητη μες την τρελή χαρά!
Στόμα με γέλιο παιδικό, άκου με που σου λέω!
Πως πιο πολύ κι απ'τη Ζωή ο Θάνατος
αόρατα μας δένει.

Άφησε. Άφησε την καρδιά μου να μεθύσει μ'ένα ψέμμα
Να βυθισθεί στα μάτια σου σαν σ' όνειρα γλυκά
Κι εκεί, στων βλεφαρίδων σου τον ίσκιο από κάτω,
Να κοιμηθεί γλυκά...



Από τη συλλογή, "Les Fleurs du Mal" [Τα Άνθη του Κακού], 1857
Μετάφραση/επιμέλεια: Γιώργος Κυρπιγιάν



Semper eadem

«D'où vous vient, disiez-vous, cette tristesse étrange,
Montant comme la mer sur le roc noir et nu?»
— Quand notre coeur a fait une fois sa vendange
Vivre est un mal. C'est un secret de tous connu,


Une douleur très simple et non mystérieuse
Et, comme votre joie, éclatante pour tous.
Cessez donc de chercher, ô belle curieuse!
Et, bien que votre voix soit douce, taisez-vous!


Taisez-vous, ignorante! âme toujours ravie!
Bouche au rire enfantin! Plus encor que la Vie,
La Mort nous tient souvent par des liens subtils.


Laissez, laissez mon coeur s'enivrer d'un mensonge,
Plonger dans vos beaux yeux comme dans un beau songe
Et sommeiller longtemps à l'ombre de vos cils!

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος


«βαρυνέσθω τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων τούτων, καὶ μεριμνάτωσαν ταῦτα καὶ μὴ μεριμνάτωσαν ἐν λόγοις κενοῖς».
--Εξοδος, 5,9

«Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται· ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν».
--Ιωάννου Α', 4,12 

Kay Sage, Το Αύριο είναι Ποτέ (1955)
 

Ι.
Φέτος ο Μάης ήταν ο μήνας ο σκληρός. Μετά τη χειμερία νάρκη της αξιολόγησης το νέο μνημόνιο μας ξάφνιασε. Ίσως και ευχάριστα. Για πότε συμφώνησαν, πότε μπήκαν στη βουλή, πότε ψήφισαν. Για πότε διαδηλώσαμε –λίγοι, ελάχιστοι- για πότε μας σκόρπισαν και γυρίσαμε σπίτια μας. Οι ξενοδόχοι της Ελλάδας ορθώς διέγνωσαν οτι ο καλός πολίτης θα προτιμούσε να παρακολουθήσει ένα σόου εικονικής επιβίωσης, παρά την ψήφιση της επιδείνωσης των όρων της δικής του επιβίωσης, ως σόου. Η ζωή βέβαια, θα μου πείτε, είναι αλλού. Μην ανησυχείτε: είναι και η μοιρολατρεία στάση ζωής.

Είναι μια στάση που διαγράφεται σ’ένα δίστιχο του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Ούτε να πεθάνω θέλω ούτε και να γιατρευτώ / θέλω απλώς να βολευτώ στην καταστροφή μου». Αυτοί οι στίχοι έχουν μια σημασία για την κατάστασή μας. Συλλαμβάνουν έναν ψυχισμό στον οποίο αντανακλάται η σχετική σταθεροποίηση (στον πάτο) της ελληνικής οικονομίας. Αν χτες η καταστροφή νοούνταν ως πορεία προς τον αφανισμό, σήμερα επιβίωση θα πει να μη σκέφτεσαι το αύριο. Σαν το ρολόι που έχουμε αφήσει σταματημένο εδώ και μήνες χωρίς να ομολογούμε το γιατί, ο ελληνικός λαός ρίχνει μόνο κλεφτές, φοβισμένες ματιές στον αριθμό της σελίδας του ίδιου του του δράματός. Γνωρίζει όμως πως αυτό «τα ίδια και τα ίδια» δεν είναι κύκλος, αλλά καθοδικό σπιράλ.

Εκείνος λοιπόν που αναρωτιέται «γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος», δεν προβάλλει μόνο σ’έναν κάποιον κόσμο την αγανάκτηση για τη δική του ἀπορία. Στην ιδιωτική του ανημπόρια και απομόνωση, «ακέραιο μένει κι αδιαίρετο / το μέγα Μυστήριο των ενωμένων ανθρώπων»[1]. Αυτό το μυστήριο πρέπει να λυθεί, προτού τελεστεί. Ας εξηγήσουμε γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ενωθούν, και θα καταλάβουμε τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις του ξεσηκωμού τους.

ΙΙ.
Να κοιτάξουμε κατάφατσα την ελληνική κοινωνία σήμερα.

Ένα μέρος της κοινωνίας έχει υποβιβαστεί σε μια υπο-τάξη πλήρως ή μερικώς ανέργων που σταθερά εδώ και έξι χρόνια ξεπερνούν το εν τέταρτο του εργατικού δυναμικού. Από τι εξαρτώνται αυτοί οι σύγχρονοι παρίες για την επιβίωσή τους; Πρώτον, από τη μαύρη οικονομία. Στην πιο τέλεια μορφή ελεύθερης αγοράς είναι κι ο άνεργος ένα τέλειο εμπόρευμα: τόσο απαξιώνεται όσο δεν βρίσκει αγοραστή. Δεύτερον, από το Κράτος,  τα προγράμματα και τα επιδόματά του. Εδώ, είναι όμηρος των κομματικών μηχανισμών της κεντρικής εξουσίας και των παραγόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τρίτον, από τη δυνατότητα της μετανάστευσης στο εξωτερικό, άρα και από την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέλος, από τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους, με όρους νοικοκυριού και οικογένειας, και μ’ όλη φυσικά την οικονομική και ψυχολογική πίεση που ασκεί η διαιώνιση αυτής της κατάστασης.

Πάνω σ’αυτή τη βάση προσδιορίζονται οι σχέσεις της ζωντανής εργασίας με το κεφάλαιο.

Από τη μιά, η εργατική τάξη αδυνατεί ακόμα και να δηλώσει την ύπαρξή της. Συρρικνωμένη αριθμητικά και κατακερματισμένη, με τα παραδοσιακά πολιτικά και συνδικαλιστικά της όργανα νεκρό βάρος, έχει συντριβεί και αποσυντίθεται ανάμεσα στην απειλή της ανεργίας και την επισφάλεια της δουλικής εργασίας. Δεν έχει τη δύναμη να διεξάγει ούτε καν τον συνηθισμένο συνδικαλιστικό αγώνα για μερικού χαρακτήρα οικονομικές διεκδικήσεις. Παρά την υπερεκμετάλλευση που υφίσταται, η παραγωγή υπεραξίας  έχει μόνο περιθωριακή θέση στην οικονομική της λειτουργία. Με δυο λόγια το ειδικό της βάρος στο κράτος και την κοινωνία έχει μειωθεί περαιτέρω.

Από την άλλη η μικρή ιδιοκτησία, που απασχολεί και την πλειοψηφία των μισθωτών, βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο. Δραστηριοποιείται σε  επιχειρήσεις ευκαιριακού και παρασιτικού χαρακτήρα  – θνησιγενείς απόπειρες «να βγει έστω το μεροκάματο», που βουλιάζουν μέσα στα χρέη, τους φόρους και τη μειωμένη ζήτηση. Είναι αλήθεια οτι ο μικροαστός μισεί την τράπεζα και το κράτος. Φοροδιαφεύγει όπως και όπου μπορεί. Αλλά μπροστά στα μάτια του βρίσκεται μόνο ο άλλος μικροαστός, που πρέπει να ανταγωνιστεί, ο καταναλωτής, που πρέπει να προσελκύσει και, σε τελευταία ανάλυση, ο εργαζόμενος, που πρέπει να εκμεταλλευτεί όσο περισσότερο μπορεί προκειμένου να πετύχει τα άλλα δύο.

Δίπλα, μέσα και ανάμεσα στα πιο πάνω στρώμματα ζει και εργάζεται μια ατελείωτη ποικιλία αυταπασχολούμενων χωρίς προσωπικό – συχνά με όρους εξαρτημένης εργασίας χωρίς δικαιώματα, μεσα στα χρέη, την αναδουλειά, χωρίς καμιά δυνατότητα αυτοοργάνωσης και αυτενέργειας. Ένα σύστημα πολλαπλών εξαρτήσεων αλυσοδένει την μια κοινωνική ομάδα με την άλλη και το σύνολο με την κρατική εξουσία, τις τράπεζες και τους ξένους δανειστές.

ΙΙΙ.
Καμία τάξη δεν μπορεί να υπάρξει δι’εαυτή, ώστε να σηκώσει μόνη της το βάρος της ανατροπής.

Σε συνθήκες όπου η ανεργία και η προλεταριοποίηση απειλούν άμεσα τους μισθωτούς και τα μεσαία στρώμματα, κανένα στενά οικονομικό, κλαδικό ή εργασιακό αίτημα δεν μπορεί να συσπειρώσει την κοινωνία. Ούτε καν τους άμεσα ενδιαφερόμενους.  Όσο περισσότερο κινδυνεύουν οι άνθρωποι από τη φτώχεια, τόσα πιο πολλά έχουν να χάσουν. Όσο πιο αβέβαιοι  οι όροι αναπαραγωγής της ύπαρξής τους, τόσο πιο ριψοκίνδυνο να τους αψηφήσουν. Επιπλέον, η περίοδος 2010-2015 ανέδειξε και ολοκλήρωσε το ιστορικό σάπισμα του παραδοσιακού μεσαίου όρου που μεσολαβούσε τη συγκρότηση των τάξεων και τις συνέδεε με το Κράτος. Kυρίως τον τύπο του μαζικού κόμματος και συνδικάτου, όπως είχαν διαμορφωθεί στη Μεταπολίτευση. Έτσι, η ελληνική κοινωνία έχει εκφυλιστεί σε ένα άθροισμα ατόμων και κοινωνικοεπαγγελματικών κατηγοριών, που αντιπαρατίθενται ανελέητα με σκοπό την επιβίωσή τους στην αγορά. Homo homini lupus.

Επειδή το κοινό συμφέρον προβάλει μόνο απλοϊκά, οι άνθρωποι δεν βρίσκουν σε αυτό τα πρακτικά μέσα επίτευξής του. Επιθυμούν να αποκαταστήσουν τα πάντα, αλλά καταφέρνουν μόνο να τα τρέπουν σε φετίχ. Δεν ξέρουν ποιά ζωή τους αξίζει και τη μία και μοναδική που τους έχει δοθεί, τη ζουν άσκοπα. Οι νεκροί δεν αφηγούνται τίποτα γι’ αυτό το βασίλειο της γενικής αποξένωσης. Μόνο οι θρησκευτικές αιρέσεις -σήμερα λέγονται κουλτούρες- δίνουν νόημα στον κόσμο. Η δυνατότητα της απολύτρωσης χορηγείται ευγενικά από τις κατεστημένες εξουσίες  κι όλες τις πραγματικές σχέσεις βαραίνει μια «μικρόψυχη απελπισία»[2].

IV.
Για να σπάσουν την απομόνωσή τους οι άνθρωποι, για να εξουδετερώσουν τις μεταξύ τους διαφορές, πρέπει να αναγνωρίσουν τη μοίρα τους σ’αυτό που διακυβεύεται. Αλλά να αναγνωρίσουν αυτό που διακυβεύεται θα πει να γνωρίσουν ξανά ο ένας τον άλλο. Θα χρειαζόταν για το σκοπό αυτό μια χειρονομία που θα έδειχνε μέσα από τα τυφλά δεδομένα της καθημερινής ζωής την έννοια του κοινού συμφέροντος. Που θα αποκάλυπτε στον λαό οτι οι αντιθέσεις που τον εμποδίζουν  να γίνει αυτό που είναι, έχουν ήδη αναιρεθεί. ‘Αρα, μια χειρονομία που θα έδειχνε ότι μέσα στις δοσμένες συνθήκες υπάρχει ήδη καθ’εαυτό ένα επαναστατικό υποκείμενο. Αυτό το υποκείμενο, αυτόν τον λαό, δεν χρειάζεται να τον εφεύρουμε εμείς, είναι προϊόν της ιστορικής περιόδου που διανύουμε. Για να το ανακαλύψουμε, πρέπει να κάνουμε αφαίρεση από την αμεσότητα κάθε ατόμου και κάθε (υποτελούς) τάξης ως εκείνο το σημείο που η «δουλική συνείδηση επανευρίσκει τον εαυτό της μέσω του ίδιου του εαυτού της»[3].

Αλλά μόνη η αφαιρετική κίνηση δεν αρκεί. Χρειάζεται να ακολουθήσουμε και την αντίστροφη πορεία. Αυτό που ανακαλύψαμε, πρέπει να το αποκαλύψουμε σ’αυτό το ίδιο. Αντί λοιπόν να αντιπαραβάλουμε στη μοιρολατρεία την ανήμπορη οργή, αντιπαραθέτουμε στην κυρίαρχη ιδεολογία την κριτική. Αντί για την ουτοπία, την επιστήμη. Αντί για το πρέπει, το πρόγραμμα. Η ελπίδα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι που ανοίγουν παράθυρα στην απομόνωση των άλλων, που σπάνε τη μονόπλευρη θετικότητα των πραγμάτων και περιγράφουν -με αυτά τα ίδια- τους όρους μιας νέας πραγματικότητας. Γι’αυτό και είχε δίκιο ο ποιητής που έγραφε:

τη στάσιμη ώρα
αγαπώ τα παιδιά
με μάτια από καθρέφτες

Σταλαματιές ενός άστρου
στο Βορρά
στο Νοτιά[4]
Αν το αστέρι του Βορρά είναι το δίκιο, στο Νότο είναι το άστρο της δύναμης. Σ’αυτόν τον αμφιφανή αστερισμό γεννιέται ιστορικά ο λαός.
Όταν η επιθυμία κατανοείται ως ανάγκη και  ο πλησίον ως ρεαλιστικά υπαρκή δυνατότητα[5] πραγματοποίησής της, τότε δημιουργείται μια νέα εμπειρία. Και είναι τούτη η νέα εμπειρία που, στην επανάληψή της, θα δώσει μια μέρα στο άτομο τη «φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού»[6]. Σ’εκείνη την εκκλησία, την «πραγματική κατάσταση έκτακτης ανάγκης»[7] όπου όλα ξεχνιούνται και όλοι συν-χωρούν και το Εγώ αφήνεται στον Άλλο. Έτσι υψώνεται ο Σωτήρας: ενσαρκωμένος στη δόξα και την πράξη την κοινή, στο μυστήριο της Γενικής Πολιτικής Απεργίας.


[1] Τάκη Παπατσώνη, Εθνεγερσία
[2] Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη
[3] Γκ. Χέγκελ, Η Φαινομενολογία του Πνεύματος
[4] Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Μαλαματένια Βροχή
[5] «Αυτή η έτσι αναπτυσσόμενη εξωτερικότητα είναι ένας κύκλος δύο όρων: της δυνατότητας και της άμεσης πραγματικότητας, που αποτελεί τη μεσολάβηση του ενός μέσω του άλλου» (Γκ. Χέγκελ, Η επιστήμη της Λογικής)
[6] Τ.Σ. Έλιοτ, Η Έρημη Χώρα
[7] Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Ραφαήλ: ο ζωγράφος της αιώνιας νιότης

Τα έργα του Ραφαήλ είναι οι σταθμοί της ζωής του. Η σύντομη ζωή του, είναι η σύντομη Ακμή της Αναγέννησης. Και η Αναγέννηση, είναι μια χωρίς προηγούμενο εμφάνιση καθολικών ανθρώπων, που με τις κατακτήσεις τους και την τόλμη των αναζητήσεών τους όχι μόνο σφράγισαν την εποχή τους, αλλά έδωσαν και ένα νέο όραμα του κόσμου και της ζωής. Ένα όραμα που, αιώνες μετά, δεν φαίνεται να έχει εξαντληθεί. Μαζί με τον Μιχαήλ Άγγελο και τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο Ραφαήλ θεωρείται ένας από τους κορυφαίους καλλιτέχνες της ιταλικής αναγέννησης, της ευρωπαϊκής ζωγραφικής και της τέχνης γενικότερα. Μάλλον όχι άδικα. Αν αληθεύει αυτό που λέει ο Άμλετ για την τέχνη, πως είναι ένας καθρέφτης, τότε μέσα από τα έργα του Ραφαήλ μας γνέφει κάτι γνώριμο, αλλά πιο ευγενικό και πιο γαλήνιο απ’όσο το θυμόμασταν.
Τα πρώτα χρόνια
Ο Ραφαήλ Σάντσιο γεννήθηκε στο Ουρμπίνο στις 6 Απριλίου 1483. ‘Ηταν γιός του Τζιοβάνι Σάντι και της Μάτζα ντι Μπατίστα Κιάρλα. Ο πατέρας του, ζωγράφος και ο ίδιος, ανέλαβε την μόρφωσή του σε συνεργασία με την τοπική αυλή του Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρο. Είναι η εποχή, γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα και για μερικές δεκαετίες ακόμη, που το Ουρμπίνο είναι ένα από τα πιο σημαντικά αναγεννησιακά κέντρα. Σ’αυτό το ζωντανό και γόνιμο περιβάλλον μαθήτευσε ο Ραφαήλ. Αρχικά στο εργαστήριο που είχε στηθεί σε ορισμένα από τα δωμάτια του πατρικού του σπιτιού. Η κατοπινή του εκπαίδευση είναι το αντικείμενο ενός ερωτήματος που δεν έχει απαντηθεί ακόμη πειστικά. Πιθανότατα μαθήτευσε για ένα διάστημα κοντά στον φημισμένο ζωγράφο Πιέτρο Περουτζίνο – στην Περούτζια.

Το καλλιτεχνικό και πνευματικό κλίμα του Ουρμπίνο, η δραστηριότητα του Τζοβάνι Σάντι αλλά και το ύφος του Περουτζίνο, ήταν τα στοιχεία που επηρρέασαν την καλλιτεχνική μόρφωση του Ραφαήλ. Ο ίδιος ωστόσο είχε την ικανότητα να αφομοιώνει κάθε εμπειρία που συναντούσε στην πορεία του, προσαρμόζοντάς την στο δικό του προσωπικό ύφος.
Το έτος 1500 είναι ορόσημο για την καλλιτεχνική εξέλιξη του Ραφαήλ. Εκείνη την χρονιά βρέθηκε σε αντιδικία με κάποιους συγγενείς του. Κυρίως με την μητριά του, την Μπερναντίνα ντι Πιέρο ντι Πάρτε, κόρη αργυροχόου. Επιπλέον, την ίδια χρονιά έχουμε την έγγραφη μαρτυρία της πρώτης παραγγελίας που δόθηκε στον Ραφαήλ, στην Τσιτά ντι Καστέλο, για το ρετάμπλ (ενν. τον προς διακόσμηση χώρο πάνω και πίσω από την Αγία Τράπεζα) του Αγίου Νικολάου του Τολεντίνο.

Την περίοδο από το 1500 έως το 1504 ο Ραφαήλ ταξιδεύει συχνά στην κεντρική Ιταλία με την ελπίδα να του ανατεθούν έργα που θα τον έκαναν γνωστό στο ευρύ κοινό. Ζωγραφίζει αρκετούς πίνακες με θέμα την Παναγία και το Θείο Βρέφος, μερικές φορές περιστοιχισμένους από αγίους ή μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή σε νεαρή ηλικία.

Στα 20 του χρόνια, ο Ραφαήλ αποδείκνυε ήδη οτι ήταν ικανός να ανταπεξέλθει κάθε πρόκληση και να ικανοποιεί τα πιο ετερόκλητα αιτήματα. Έτσι κατάφερε να κάνει τη σχέση του με τους δούκες του Ουρμπίνο γόνιμη και από καλλιτεχνική άποψη, όπως μαρτυρούν έργα που είναι φανερό οτι προορίζονταν για το περιβάλλον της αριστοκρατίας.

Στην Τοσκάνη
Στα 1506, ο Ραφαήλ έφτασε στη Φλωρεντία. Εκεί ήδη εργάζονταν οι δυο μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της εποχής: ο Λεονάρντο και ο Μιχαήλ Άγγελος. Ο νεαρός Ραφαήλ ασχολήθηκε με την παραγωγή ιερών εικόνων, οι οποίες προορίζονταν  συχνά για οικογένειες πλούσιων εμπόρων και επιχειρηματιών. Αν και από τους καλλιτέχνες ζητούσαν συχνά εικόνες της Παναγίας και του Θείου Βρέφους, οι οποίες μάλιστα σε ορισμένα εργαστήρια παράγονταν μαζικά, για τον Ραφαήλ αυτό το θέμα μετατράπηκε σε γόνιμο έδαφος για την εισαγωγή συνεχών παραλλαγών ως προς τη διάταξη των μορφών στο χώρο, αλλά και τη μελέτη των κινήσεων και των στενών συναισθηματικών σχέσεων μεταξύ των ιερών προσώπων.

Την ίδια περίοδο και στην ίδια πόλη ο Ραφαήλ ζωγράφισε και πορτρέτα επιφανών πολιτών της Φλωρεντίας. Ωστόσο ο πίνακας που τον απασχόλησε περισσότερο ήταν ο «Επιτάφιος Θρήνος», μια παραγγελία για το παρεκκλήσιο Baglioni στην Περούτζια.

Πρόσκληση στη Ρώμη
Η πρόσκληση από τον Πάπα Ιούλιο Β’, στα 1508, έφτασε στον Ραφαήλ σε μια εποχή που, όχι μόνο είχε γνωρίσει τις πιο σημαντικές φλωρεντινές καλλιτεχνικές κατευθύνσεις, αλλά και είχε αφομοιώσει μερικά από τα πιο γόνιμα χαρακτηριστικά τους. Στη Ρώμη, το έργο του Ραφαήλ έμελε να κάνει όλη την φλωρεντινή του περίοδο, παρά τον όγκο και την ποιότητα της καλλιτεχνικής του παραγωγής, να μοιάζει με απλό προπαρασκευαστικό στάδιο.

Στην Αιώνια Πόλη, ο Ραφαήλ πήρε αμέσως μια τεράστια παραγγελί. Να διακοσμήσει τρία μεγάλα θολωτά δωμάτια του παπικού ανακτόρου, στα οποία αργότερα προστέθηκε κι άλλος ένας, πολύ μεγαλύτερος χώρος. Αυτοί οι χώροι θα πάρουν το όνομα Stanze di Rafaello, από την εργασία του καλλιτέχνη. Και θα αποτελέσουν ένα από τα μεγαλύτερα διακοσμημένα σύνολα της ευρωπαϊκής τέχνης.

Η εργασία ξεκίνησε το τέλος του 1508 ή τις αρχές του 1509, με τη διακόσμηση του μεσαίου από τα τρία μικρότερα δωμάτια. Αρχικά ήταν βιβλιοθήκη αλλά αργότερα, επειδή σε αυτό ο Πάπας έδινε άφεση αμαρτιών την οποία υπέγραφε και σφράγισε, ονομάστηκε Αίθουσα της Υπογραφής.

Με τη Σχολή των Αθηνών τελειώνει ο Ραφαήλ την Αίθουσα της Υπογραφής και περνά στην Αίθουσα του Ηλιοδώρου. Πρόκειται για μια αίθουσα όπου θα απεικονιστούν οι πολεμικοί θρίαμβοι και οι διπλωματικές επιτυχίες της Εκκλησίας. Θα συνδυαστεί το παρόν με το παρελθόν. Και θα δοθεί ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός σώζει πάντα τη Χριστιανοσύνη.

Ο διάδοχος Πάπας, Λέων ο Ί, συνεχίζει να τον προστατέυει. Στα 1514 αρχίζει η διακόσμηση της τρίτης αίθουσας. Η αίθουσα πήρε το όνομα Αίθουσα της Πυρκαγιάς, από το βασικό θέμα που τη διακοσμεί, την πυργκαγιά του Borgo.

Η εργασίες στο Βατικανό ανάλωναν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του. Μολαταύτα ο Ραφαήλ κατάφερε να φιλοτεχνήσει πολλές προσωπογραφίες για πάτρονες, αστούς, κληρικούς και φίλους. Δημιουργική υπήρξε και η ενασχόλησή του με πετάσματα [tapisseries].

Το 1514 πεθαίνει ο αρχιτέκτονας Μπραμάντε και η θέση του δίνεται στον Ραφαήλ. Έτσι κατέχει το υψηλότερο αξίωμα καλλιτέχνη, του «Αρχιτέκτονα της Νέας Βασιλικής του Αγ. Πέτρου». Παράλληλα και λίγο αργότερα, δημιουργεί αρχιτεκτονικά το επιτάφιο παρεκκλήσι του τραπεζίτη Αγκοστίνο Γκίτζι, το  Παλάτζο του Καφφαρέλλι Βιντόνι. Το 1515 του ανατίθεται να σχεδιάσει ένα πέτασμα για την Καπέλα Σιξτίνα.
Το τέλος
Την Άνοιξη του 1520, 37 χρονών, ο Ραφαήλ προσβάλλεται από έντονο πυρετό, που προκαλεί γενική συγκίνηση στη Ρώμη, από τον Πάπα μέχρι τους ταπεινούς ανθρώπους του λαού που λάτρευαν τα έργα του. Πέθανε δεκατέσσερις μέρες μετά, στις 6 Απριλίου του 1520 – την ημέρα των γενεθλίων του. Θάφτηκε στο Πάνθεον. Στον τάφο του χαράχτηκε το επίγραμμα ενός φίλου του, του καρδινάλιου και ανθρωπιστή Pietro Bembo:  «Αυτός είναι ο τάφος του Ραφαήλ. Η φύση, όσο αυτός ζούσε, τρόμαζε μήπως νικηθεί. Όταν πέθανε, μήπως πεθάνει μαζί του».

Υπέρτατος νόμος της τέχνης του, όπως και της ζωής του, υπήρξε η ομορφιά -αλλά και η αφέλεια- της αιώνιας νιότης. Μια ομορφιά που, κατά το πλατωνικό ιδεώδες, είναι το άλλο όνομα του καλού και του αληθινού.

Βιβλιογραφία για τον Ραφαήλ
  • Baldini Nicoletta, Ραφαήλ, Αθήνα 2004
  • Burckhardt Jacob, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, Αθήνα 1997
  • Μάρεϋ Λίντα & Πήτερ, Η τέχνη της Αναγέννησης, Αθήνα 1995
  • Λαμπράκη – Πλάκα Μαρίνας, Ιταλική Αναγέννηση, Αθήνα 2004
  • Χρύσανθου Χρήστου, Η ιταλική ζωγραφική κατά τον 16ο αιώνα, τ. Α’, Αθήνα 1985