Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Γυναίκα προς Άντρα, της Judith Wright

Judith Wright, 1915-2000


Γυναίκα προς Άντρα

Ο εργάτης δίχως μάτια μες τη νύχτα,
ο χωρίς εγώ και σχήμα σπόρος που κρατώ,
χτίζει την αναστάσιμή του μέρα --
αθέατος και σβέλτος και σιωπηλός
προφητεύει το ανονείρευτο φως.

Δεν είν' αυτό παιδί με πρόσωπο παιδιού·
δεν έχει όνομα να τ' ονομάσεις·
Μα εσύ κι εγώ το ξέρουμε καλά.
Είναι ο θηρευτής μας και το θήραμά μας,
είναι ο τρίτος μες την αγκαλιά μας.

Είναι η δύναμη που το μπράτσο σου γνωρίζει,
του στήθους μου η σάρκινη καμάρα,
το κρύσταλο στο κέντρο των ματιών μας.
Είναι το αιμάτινο αγριόδεντρο που δίνει
ενός ρόδου το περίτεχνο μπουμπούκι.

Είναι ο ποιητής και το ποιηθέν·
είναι η ερώτηση και η απόκριση·
το τυφλό κεφάλι που κουτουλάει στα σκοτεινά,
η φωτεινή λάμψη στη λεπίδα.
Κράτα με, γιατί φοβάμαι.

***

Woman to Man

The eyeless labourer in the night,
the selfless, shapeless seed I hold,
builds for its resurrection day --
silent and swift and deep from sight
foresees the unimagined light.

This is no child with a child's face;
this has no name to name it by;
yet you and i have known it well.
This is our hunter and our chase,
the third who lay in our embrace.

This is the strength that your arm knows,
the arc of flesh that is my breast,
the precise crystals of our eyes.
This is the blood's wild tree that grows
the intricate and folded rose.

This is the maker and the made;
this is the question and reply;
the blind head butting at the dark,
the blaze of light along the blade.
Oh hold me, for I am afraid.

------------------------------------------
Judith Wright, Woman to Man (1949)
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Η Σοφίτα, του Έζρα Πάουντ

Ezra Pound, 1885-1972


Η Σοφίτα

Έλα, ας λυπηθούμε κείνους που έχουν πιο πολλά απο μας. 
Έλα, φίλη μου και να θυμάσαι
        οτι οι πλούσιοι έχουν υπηρέτες κι όχι φίλους,
Κι εμείς έχουμε φίλους κι όχι υπηρέτες.
Έλα να λυπηθούμε τους παντρεμένους και τους ανύπαντρους.

Μπαίνει η αυγή με βηματάκια
        σαν επίχρυση Πάβλοβα,
Κι είμαι πλάι στον πόθο μου.
Κι ούτε θα βρεις μες τη ζωή άλλο καλύτερο
Από τούτη δω την ώρα της καθάριας ηρεμίας:
        την ώρα που ξυπνάμε μαζί.

***

THE GARRET

Come, let us pity those who are better off than we are.
Come, my friend, and remember
        that the rich have butlers and no friends,
And we have friends and no butlers.
Come, let us pity the married and the unmarried.

Dawn enters with little feet
        like a gilded Pavlova,
And i am near my desire.
Nor has life in it aught better
Than this hour of clean coolness,
        the hour of waking together. 

-----------------------------------
Ezra Pound, The new poetry: an anthology (ed. Harriet Monroe), 1917
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Οι κουκουβάγιες, του Σαρλ Μπωντλαίρ

Rene Magritte, Οι Σύντροφοι του Φόβου, 1942



[Spleen et Idéal]

ΟΙ ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΕΣ

Κάτω από πουρνάρι σκοτεινό που τις σκεπάζει,
Κάθονται ακίνητες οι κουκουβάγιες στη σειρά.
Μοιάζουν με παράξενες θεότητες 
Όπως τοξεύουν την κόκκινη ματιά τους.
Και συλλογίζονται.

Έτσι θα μείνουν, δίχως να σαλεύουν,
Ως της μελαγχολίας τη στιγμή,
Όταν, σπρώχνοντας τον ήλιο που ήδη γέρνει,
Ξανάρχονται οι σκιές στη γη.

Η στάση τους διδάσκει τον σοφό
Πως πρέπει να φοβάται
Την ταραγμένη κίνηση σ' αυτόν εδώ τον κόσμο·

Κι οτι εκείνος που μεθά με φευγαλέους ίσκιους
Πάντα θα κουβαλά μαζί του τη μομφή,
Πως θέλησε τη θέση του ν' αλλάξει.

***

LES HIBOUX

Sous les ifs noirs qui les arbitent,
Les hiboux se tiennent rangés,
Ainsi que des dieux étrangers,
Dardant leur oeil rouge. Ils méditent.

Sans remueur ils se tiendront
Jusqu' à l' heur mélancolique
Où, poussant le soleil oblique,
Les ténèbres s' etqbriront.

Leur atttude au sage enseigne
Qu' il faut en ce monde qu' il craigne
Le tumulte et le mouvement;

L' homme ivre d' une hombre qui passe
Porte toujours le châtiment
D' avoir voulu changer de place.
---------------------------------------
Charles Baudelaire, Les Fleurs du Mal, 1857
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Οι Κούφιοι Άνθρωποι, του Τ.Σ. Έλιοτ

Thomas Stearns Eliot, 1888-1965


Οι Κούφιοι Άνθρωποι

«Κύριο Κούρτς - πέτανε»
Μια δεκάρα για τον Γερο-Γκάι

I
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
Γυρτοί ο ένας πα στον άλλο
Κεφάλι γεμισμένο μ' άχυρα. Αλίμονο!
Οι ξηραμένες μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε παρέα
Είναι σιγανές κι απροσδιόριστες
Σαν άνεμος σε χορτάρι ξερό
Ή πόδια αρουραίων σε θρύμμα γυαλικό
Στο στεγνό μας κελάρι

Σχήμα χωρίς μορφή, απόχρωση δίχως χρώμα
Παραλυμένη δύναμη, νεύμα χωρίς κίνηση·

Κείνοι που πέρασαν
Μ' ίσια ματιά, στο άλλο Βασίλειο του θανάτου
Μας θυμούνται - αν μας θυμούνται - όχι σα χαμένες
Βίαιες ψυχές, μα μόνο
Σαν τους κούφιους ανθρώπους
Τους βαλσαμωμένους ανθρώπους.


II   
Μάτια δεν τολμώ στ' όνειρο ν' απαντήσω
Στου θανάτου το βασίλειο των ονείρων
Τούτα δεν εμφανίζονται:
Εκεί, τα μάτια είναι
Λιόφως σε σπασμένη στήλη
Εκεί, είν' ένα δένδρο που γυρίζει
Και οι φωνές είναι
Στο τραγούδι του ανέμου
Πιο μακρινές και πιο σοβαρές
Από ένα αστέρι που πάει να σβήσει.  

Είθε πιο κοντά να μη σταθώ
Στου θανάτου το βασίλειο των ονείρων
Κι είθε να μπορώ ακόμη να φορώ
Τόσο προσεκτικές μεταμφιέσεις
Δέρμα αρουραίου, κορακοτόμαρο και σταυρωτά μπαστούνια
Σ' ένα χωράφι
Να φέρομαι καταπώς φέρεται ο αέρας
Όχι κοντύτερα -

Όχι εκείνο το τελευταίο συναπάντημα
Στο αυγερινό βασίλειο 


III 
Τούτη είναι η νεκρή χώρα
Τούτη είναι κάκτου χώρα
Εδώ οι πέτρινες εικόνες
Υψώνονται, εδώ λαμβάνουν
Την ικεσία απ'το χέρι ενός νεκρού
Κάτω απ'το τρεμοφέγγισμα ενός άστρου που σβήνει

Να ναι έτσι άραγε
Στο άλλο βασίλειο του θανάτου
Όταν ξυπνάς μόνος
Την ίδια ώρα με μας
Και τρέμοντας τρυφερά
Χείλη που θα φιλούσαν
Σχηματίζουν προσευχές σε ραγισμένη πέτρα.


IV 
Τα μάτια δεν βρίσκονται εδώ
Δεν υπάρχουν μάτια εδώ
Σε αυτήν την κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Σ'αυτήν την κούφια κοιλάδα
Αυτήν τη σπασμένη γνάθο των χαμένων μας βασιλείων

Σε αυτό το τελευταίο απ'των συναντήσεων τα μέρη
Ο ένας τον άλλο ψηλαφούμε
Κι αφήνουμε τα λόγια
Μαζεμένοι σ' αυτήν την αμμουδιά του ταραγμένου ποταμού

Τυφλοί, παρεκτός κι αν
Τα μάτια εμφανιστούν ξανά
Ως το αιώνιο αστέρι
Τριαντάφυλλο ρόδο
Του αυγερινού βασιλείου του θανάτου
Η ελπίδα μονάχα
Άδειων ανθρώπων.


V 
Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση ένα κακτόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε το πρωί. 

Ανάμεσα στην ιδέα
Και την πραγματικότητα
Ανάμεσα στο αίτημα
Και την πράξη
Πέφτει η Σκιά

Ὅτι Σοῦ ἐστίν ἡ Βασιλεία  

Ανάμεσα στη σύλληψη
Και τη δημιουργία
Ανάμεσα στο αίσθημα
Και την απόκριση
Πέφτει η Σκιά

Η ζωή είναι πολύ μακρά  

Ανάμεσα στον πόθο
Και τον σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
Και την ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
Και τον ερχομό
Πέφτει η Σκιά

Ὅτι Σοῦ ἐστίν ἡ Βασιλεία  

Ὅτι Σοῦ ἐστίν 
Η ζωή είναι
Ὅτι Σοῦ ἐστίν ἡ 

Με αυτόν τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Με αυτόν τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Με αυτόν τον τρόπο τελειώνει ο κόσμος
Όχι με πάταγο μα μ'έναν λυγμό. 

***

THE HOLLOW MEN 

"Mistah Kurtz - he dead"
A penny for the Old-Guy

I 
We are the hollow men
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw. Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats' feet over broken glass
In our dry cellar

Shape without form, shade without colour
Paralysed force, gesture without motion;

Those who have crossed
With direct eyes, to death's other Kingdom
Remember us -if at all- not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.


II  
Eyes I dare not meet in dreams
In death's dream kingdom
These do not appear:
There, the eyes are
Sunlight on a broken column
There, is a tree swinging
And voices are
In the wind's singing
More distant and more solemn
Than a fading star.

Let me be no nearer
In death's dream kingdom
Let me also wear
Such deliberate disguises
Rat's coat, crowskin, crossed staves
In a field
Behaving as the wind behaves
No nearer-

Not that final meeting
In the twilight kingdom


III  
This is the dead land
This is cactus land
Here the stone images
Are raised, here they receive
The supplication of a dead man's hand
Under the twinkle of a fading star.

Is it like this
In death's other kingdom
Waking alone
At the hour when we are
Trembling with tenderness
Lips that would kiss
Form prayers to broken stone.  


IV 
The eyes are not here
There are no eyes here
In this valley of dying stars
In this hollow valley
This broken jaw of our lost kingdoms

In this last of meeting places
We grope together
And avoid speech
Gathered on this beach of the tumid river

Sightless, unless
The eyes reappear
As the perpetual star
Multifoliate rose
Of death's twilight kingdom
The hope only
Of empty men.


V
Here we go round the prickly pear
Prickly pear prickly pear
Here we go round the prickly pear
At five o'clock in the morning

Between the idea
And the reality
Betweem the motion
And the act
Falls the Shadow

For Thine is the Kingdom   

Between the conception 
And the creation
Between the emotion 
And the response
Falls the Shadow

Life is very long

Between the desire 
And the spasm
Between the potency
And the existence
Between the essence
And the descent
Falls the Shadow

For Thine is
Life is
For Thine is the

This is the way the world ends
This is the way the world ends
This is the way the world ends
Not with a bang but a wimper  

-------------------------------------
TS Eliot, The Hollow Men, 1925 
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν 

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Τα εφτά ποιήματα της αγάπης σε πόλεμο, του Πωλ Ελυάρ (α' μέρος)




Τα εφτά ποιήματα της αγάπης σε πόλεμο


Γράφω από τη χώρα που στοιβάζουν τους ανθρώπους 
μες τη βρωμιά και τη δίψα, τη σιωπή και την πείνα...
François le Colère* (Le Musée Grevin) 


I

Ένα καράβι μες τα μάτια σου
Έγινε κύριος των ανέμων
Κι εκείνα ήταν η στεριά
Κι εγώ την ξαναβρήκα

Τα μάτια σου μ'υπομονή μας καρτερούσαν 

Κάτω απ'τα σύδεντρα του δάσους
Μες τη βροχή και μες την καταιγίδα
Πάνω στα χιόνια των κορφών
Ανάμεσα στο βλέμμα και τα γέλια των παιδιών

Τα μάτια σου μ'υπομονή μας καρτερούσαν

Σαν μια κοιλάδα 
Πιο τρυφερή κι από 'να φυλλαράκι
Ο ήλιος τους μας στέριωνε
Και κάρπιζαν τα εύθραστά μας χρόνια

Μας καρτερούσαν να μας δουν
Πάντα
Γιατί αγάπη φέρνουμε εμείς
Τη νιότη της αγάπης
Και το νόημα της αγάπης
Τη σοφία της αγάπης
Και την αθανασία.


II

Μέρα των ματιών μας, μέσα τους είναι πιο πολλοί
Κι απ'τις μεγάλες μάχες

Μάτια γεμάτα πόλεις και χωριά
Θριαμβευτές του χρόνου

Μες της κοιλάδας την ομίχλη σιγοκαίει
Ο ήλιος ρευστός και δυνατός

Και πάνω στο χορτάρι παρελαύνει
Της άνοιξης το κόκκινο σαρκίο

Το γέρμα έχει κλείσει τα φτερά του
Πάνω απ'τ'ανέλπιδο Παρίσι
Και το φανάρι μας κλείνει μέσα του τη νύχτα
Όπως ο αιχμάλωτος τη λευτεριά.


III

Γάργαρη πηγή, γλυκιά, γυμνή
Η πανταχού παρούσα νύχτα
Η νύχτα που ενωνόμαστε
Σε άγονο κι ανόητο αγώνα

Κι η νύχτα που μας πλήγωσε
Η νύχτα που το κρεββάτι μένει άδειο
Ένα κενό της μοναξιάς
Το μέλλον μιας αγωνίας.


IV

Ένα φυτό είναι που χτυπά
Στης Γης την πόρτα
Κι ένα παιδί είναι που χτυπά
Την πόρτα της Μητέρας
Είναι ο ήλιος και η βροχή

Που γεννιούνται μαζί με το παιδί
Μεγαλώνουν μαζί με το φυτό
Ανθίζουν μαζί με το παιδί

Μα ακούω να γελούν οι γνωστικοί...

Έχουν υπολογίσει πόσο πόνο
Μπορούν να προκαλέσουν σ' ένα παιδί
Πόση ντροπή χωρίς ν' αηδιάσεις
Πόσα δάκρυα δίχως να χαθείς

Ακούω βήματα κάτω από τους τάφους
Μαύρο ήχο έμπλεο φρίκης
Έρχονται να ξεριζώσουν το φυτό
Έρχονται να ασελγήσουν στο παιδί

Με βάσανα και θλίψη.

--------------------------
*François Colère: ψευδώνυμο του Λουί Αραγκόν στην Αντίσταση


***

Les sept poèmes d' amour en guerre


J' écris dans ce pays où l'on parque les hommes
Dans l' ordure et la soif, le silence et la faim
François le Colère (Le Musée Grévin) 


I

Un navire dans tes yeux
Se rendait maître du vent
Tes yeux étaient le pays
Que l' on retrouve en un instant

Patients tes yeux nous attendaient

Sous les arbres des forêts
Dans la pluie dans la tourmente
Sur la neige des sommets 
Entre les yeux et les jeux des enfants

Patients tes yeux nous attendaient

Ils étaient une vallée
Plus tendre qu' un seul brin d' herbe
Leur soleil donnait du poids
Aux maigres moissons humaines

Nous attendaient pour nous voir 
Toujours 
Car nous apportions l' amour 
La jeunesse de l' amour 
Et la raison de l' amour
La sagesse de l' amour
Et l' immortalité


II

Jour de nos yeux mieux peuplés
Que les plus grandes batailles

Villes et banlieues villages
De nos yeux vainqueurs du temps

Dans la fraîche vallée brûle
Le soleil fluide et fort

Et sur l' herbe se pavane 
La chair rose du printemps 

Le soir a fermé ses ailes 
Sur Paris désespéré
Notre lampe sourient la nuit
Comme un captif la liberté.


III

La source coulant douce et nue
La nuit partout épanouie
La nuit où nous nous unissons
Dans une lutte faible et folle

Et la nuit qui nous fait injure
La nuit où se creuse le lit
Vide de la solitude
L' avenir d' une agonie:


IV

C'est une plante qui frappe 
A la porte de la terre
Et c' est un enfant qui frappe 
A la porte sa mère 
C' est la pluie et le soleil

Qui naissent avec l' enfant
Grandissent avec la plante
Fleurissent avec l' enfant

J' entends raisonner et rire

On a calculé la peine
Qu' on peut faire à un enfant 
Tant de honte sans vomir
Tant de larmes sans périr

Un bruit des pas sous la voûte
Noire et béate d' horreur 
On vient déterrer la plante
On vient avilir l' enfant

Par la misère et l' ennui:

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Τα εφτά ποιήματα της αγάπης σε πόλεμο, του Πωλ Ελυάρ (β' μέρος)



Τα εφτά ποιήματα της αγάπης σε πόλεμο


V

Ο τόπος της καρδιάς, λέγανε κείνοι ευγενικά.
Η κατοικία του έρωτα, του μίσους και της δόξας, απαντούμε
Και στα μάτια μας αστράφτει 
Με ασφάλεια η αλήθεια

Οτι κακό δεν ξεκινήσαμε ποτέ
Και οτι πάντοτε αγαπούσαμε ο ένας μας τον άλλο
Κι επειδή αγαπάμε ο ένας τον άλλο
Θέλουμε να λευτερώσουμε τον Άλλο
Από την παγωμένη του τη μοναξιά
Θέλουμε, πάει να πει εγώ θέλω
Πάει να πει εσύ θέλεις, και θέλουμε εμείς
Το φως να συνεχίσει να υπάρχει
Σε εραστές ενάρετους
Με τόλμη οπλισμένους
Γιατί ποτέ τα μάτια δεν χαμήλωσαν ο ένας απ'του άλλου

Κι έτσι κοιτούν κατάματα την ίδια τη ζωή.


VI

Τα βούκινα μας δεν ηχούν
Για να σας δείξουμε μαθες πού είναι η Δυστυχία
Τέτοια που είναι αυτή, τόσο μεγάλη, τόσο ανόητη
Πολύ κτηνώδης πια για να φανεί ολόκληρη

Λέμε πως μόνο ο θάνατος--
Μονάχα η γη μας περιορίζουν·
Μα τώρα ειν' η ντροπή
Που ζωντανούς μας χτίζει

Ντροπή για τ' απεριόριστο  κακό,
Ντροπή για τους παράλογους βασανιστές μας,
Πάντα τους ίδιους
Τους ίδιους πάντα εγωπαθείς

Ντροπή για τα τρένα των μαρτυρίων
Ντροπή για τις λέξεις «καμμένη γη»
Μα δεν θα ντραπούμε για τον πόνο μας
Για τη ντροπή μας μεις δε θα ντραπούμε

Πίσω απ'τους πολεμιστές που το βαλαν στα πόδια
Δεν ζούνε πια πουλιά
Ο αέρας άδειασε από θρήνους
Άδειασε από αθωότητα -- την αθωότητά μας·

Τώρα αντηχεί το μίσος και η εκδίκηση.


 VII

Στο όνομα του τέλειου, του σκεπτικού μετώπου
Στο όνομα των ματιών σου που κοιτάζω
Και για τα χείλη που φιλώ
Για τώρα και για πάντα

Στο όνομα της θαμμένης ελπίδας
Στο όνομα των δακρύων μες τη νύχτα
Στο όνομα των βογγητών που φέρνουν γέλια
Στο όνομα των γέλιων που φέρνουν φόβο

Στο όνομα των γέλιων μες το δρόμο
Για τη γλύκα που τα χέρια μας ενώνει
Στο όνομα των τρυφερών καρπών που σκέπασαν τα άνθη
Σε μια γη όμορφη και καλή

Στο όνομα των ανδρών που φυλακίζονται
Στο όνομα των γυναικών που απελαύνονται
Στο όνομα όλων των συντρόφων μας
Που μαρτύρησαν, σφαγιάστηκαν 
Μα τη Σκιά δεν τη δεχτήκαν

Πρέπει να στραγγίξουμε την οργή
Και να υφώσουμε το ξίφος
Για να κρατήσουμε ψηλά εκείνη την εικόνα
Των αθώων που παντού τους κυνηγούν
Και πάντα θα θριαμβεύουν. 

***

Les sept poèmes d'amour en guerre


V

Le coin du coeur disaient-ils gentiment
Le coin d'amour et de haine et de gloire
Répondions-nous et nos yeux reflétaient
La verité qui nous servait d'asile

Nous n'avons jamais commencé
Nous nous sommes toujours aimés
Et parce que nous nous aimons 
Nous voulons libérer les autres
De leur solitude glacée
Nous voulons et je dis je veux
Je dis tu veux et nous voulons
Que la lumière perpétue 
Des couples brillants de vertu
Des couples cuirassés d'audace
Parce que leurs yeux se font face

Et qu'ils ont leur but dans la vie des autres.


VI

Nous ne vous chantons pas trompettes
Pour mieux vous montrer le malheur
Tel qu'il est très grand très bête
Et plus bête d'être entier

Nous prétendions seule la mort
Seule la terre nous limite
Mais maintenant c'est la honte
Qui nous mure tout vivants

Honté du mal illimité
Honte de nos bourreaux absurdes
Toujours les mêmes toujours
Le mêmes amants d'eux mêmes

Honte des trains de suppliciés
Honte des mots terre brûlée 
Mais nous n'avons pas honte de notre souffrance
Mais nous n'avons pas honte d'avoir honte

Derrière les guerriers fuyards
Même plus ne vit un oiseau
L'air est vide de sanglots
Vide de notre innocence

Retentissant de haine et de vengeance.



VII

Au nom du front parfait profond
Au nom des yeux que je regarde
Et de la bouche que j'embrasse
Pour aujourd'hui et pour toujours

Au nom de l'espoir enterré
Au nom des larmes dans le noir
Au nom des plaintes qui font rire
Au nom des rires qui font peur

Au noms des rires dans la rue
De la douceur qui lie nos mains
Au nom des fruits couvrant les fleurs
Sur une terre belle et bonne

Au nom des hommes en prison
Au nom des femmes déportées
Au nom de tous nos camarades
Martyrisés et massacrés
Pour n'avoir accepté l'ombre

Il fait drainer la colère
Et faire se lever le fer
Pour préserver l'image haute
Des innocentes partout traqués
Et qui partout vont triompher.

----------------------------------------
Paul Eluard, Les sept poèmes d'amour en guerre, 1943
Μετάφραση: Γιώργος Κυρπιγιάν